ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ-ΕΚ ΣΑΜΨΟΥΝΤΑΣ ΠΟΝΤΟΥ Το 2009 εκδόθηκε το βιβλίο μου «Σαμψούντα, πόλη της φωτιάς». Δεν ήταν απλώς ένα βιβλίο, ήταν ένα χρέος. Ένα χρέος απέναντι στις μνήμες που...
25#
Πλήρες Κείμενο:
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ-ΕΚ ΣΑΜΨΟΥΝΤΑΣ ΠΟΝΤΟΥ Το 2009 εκδόθηκε το βιβλίο μου «Σαμψούντα, πόλη της φωτιάς». Δεν ήταν απλώς ένα βιβλίο, ήταν ένα χρέος. Ένα χρέος απέναντι στις μνήμες που κουβαλούσα από παιδί, απέναντι στις αφηγήσεις των παλιών, απέναντι σε εκείνη την αλησμόνητη πατρίδα που την ένιωθα να ζει μέσα μου σαν κάτι βαθιά δικό μου. Έναν χρόνο αργότερα, το 2010, πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου στο Πνευματικό Κέντρο Κυργίων, με τη στήριξη του Πολιτιστικού Συλλόγου Κυργίων. Ήταν μια ημέρα που δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δεν ήταν μια απλή εκδήλωση. Ήταν μια συνάντηση ψυχών. Στην αίθουσα είχαν συγκεντρωθεί απόγονοι προσφύγων. Άνθρωποι κάθε ηλικίας. Άλλους τους γνώριζα, άλλους τους έβλεπα για πρώτη φορά. Όμως στα πρόσωπά τους έβλεπες κάτι κοινό: μια σιωπηλή συγκίνηση, μια εσωτερική ένταση, σαν να κουβαλούσαν όλοι την ίδια βαριά κληρονομιά. Τη μνήμη. Καθώς μιλούσα για το βιβλίο, ένιωθα ότι δεν αφηγούμουν απλώς μια ιστορία. Ήταν σαν να άνοιγε ένας δρόμος που ένωνε το παρόν με το παρελθόν. Σαν να περπατούσαν ανάμεσά μας οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας. Σαν να ακούγονταν ξανά οι φωνές τους. Όταν ολοκληρώθηκε η παρουσίαση, ο κόσμος άρχισε να με πλησιάζει. Χειραψίες, κουβέντες, βλέμματα γεμάτα νόημα. Λίγο πριν καθίσω να υπογράψω τα βιβλία, ένιωσα ένα άγγιγμα στον ώμο. Γύρισα. Μπροστά μου στεκόταν ένας ηλικιωμένος κύριος. Ψηλός, ευθυτενής, με ένα πρόσωπο σκαμμένο από τα χρόνια και ένα μουστάκι που θύμιζε άλλες εποχές. Το βλέμμα του ήταν βαθύ, καθαρό… και υγρό. Μου έσφιξε το χέρι σταθερά και συστήθηκε: «Παντελής Σταματιάδης». Η φωνή του είχε εκείνη τη χροιά των ανθρώπων που έχουν ζήσει πολλά, αλλά κρατούν μέσα τους κάτι άσβεστο. «Γνώριζα από παιδί τον παππού σου», μου είπε. Στάθηκα. Σαν να άνοιξε ξαφνικά ένα παράθυρο στον χρόνο. «Ερχόταν στο σπίτι μας… και κάθονταν με τον πατέρα μου. Σαμψουνταίοι και οι δύο. Και άρχιζαν… να μιλάνε. Για την Πατρίδα. Για τη Σαμψούντα. Για όσα έζησαν…» Χαμογέλασε αχνά, μα τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. «Έλεγαν, έλεγαν, έλεγαν… ώρες ολόκληρες. Κι εγώ, μικρό παιδί, καθόμουν δίπλα τους και τους άκουγα. Δεν καταλάβαινα τα πάντα… αλλά ένιωθα. Ένιωθα πως αυτά που έλεγαν ήταν κάτι ιερό». Έκανε μια μικρή παύση. Πήρε μια ανάσα, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει μέσα του τη συγκίνηση. «Κάποια μέρα», συνέχισε, «δεν άντεξα. Σηκώθηκα και τους είπα, με δυνατή και επίσημη φωνή…» Στάθηκε για μια στιγμή. Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. «“Μια μέρα… θα σας πάω εγώ στη Σαμψούντα”». Η φωνή του έσπασε. Εκείνη τη στιγμή δεν ήμασταν δύο άγνωστοι. Ήμασταν κρίκοι της ίδιας αλυσίδας. Μιας αλυσίδας που ένωνε γενιές, μνήμες, αλησμόνητες πατρίδες και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Με κοίταξε βαθιά. Σαν να ζητούσε κάτι. Ίσως δικαίωση. Ίσως συνέχεια. Ίσως απλώς να ακουστεί, έστω και αργά. Μου έσφιξε ξανά το χέρι. Δεν είπε άλλα. Γύρισε… και έφυγε. Δακρυσμένος. Δεν τον ξαναείδα ποτέ. Αργότερα έμαθα πως ζούσε στη Δράμα και πως είχε έρθει εκείνη τη μερα μόνο και μόνο για την παρουσίαση του βιβλίου. Μια διαδρομή ολόκληρη… για λίγα λεπτά μνήμης. Έφυγε από τη ζωή κάποια χρόνια αργότερα. Όμως εκείνη η σύντομη συνάντηση δεν έσβησε ποτέ μέσα μου. Έμεινε σαν αποτύπωμα. Σαν μια σιωπηλή παρακαταθήκη. Γιατί καμιά φορά, δεν είναι οι μεγάλες ιστορίες που σε σημαδεύουν. Είναι οι μικρές στιγμές. Εκείνες που χωράνε μέσα τους έναν ολόκληρο κόσμο. Θέλω να πιστεύω…πως πριν φτάσει στον ουράνιο Πόντο, πριν συναντήσει ξανά εκείνους που άφησε πίσω, πριν ανταμώσει τον παππού μου, τον πατέρα του και όλους τους Σαμψουνταίους που δεν γύρισαν ποτέ…πέρασε. Πέρασε έστω για μια στιγμή από τη Σαμψούντα. Την αληθινή. Την ονειρεμένη. Την αλησμόνητη. Ίσως, κάπου εκεί, να κράτησε επιτέλους την υπόσχεσή του. Να τους πήγε... Φώτο από το αρχείο Θόδωρου Βασιλειάδη. 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους