[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

– Μαρία θα περάσει σήμερα, κατά τις εφτά. Είσαι εντάξει μ’ αυτό; Η Ελένη άφησε τη βούρτσα των μαλλιών πάνω στη συρταριέρα και γύρισε προς τον σύζυγο της, που πάλευε με το τηλεχειριστήριο της...

25#

Πλήρες Κείμενο:

– Μαρία θα περάσει σήμερα, κατά τις εφτά. Είσαι εντάξει μ’ αυτό; Η Ελένη άφησε τη βούρτσα των μαλλιών πάνω στη συρταριέρα και γύρισε προς τον σύζυγο της, που πάλευε με το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης. Ο Νίκος έγνεψε χωρίς να απομακρύνει τα μάτια του από την οθόνη. – Φυσικά. Ας έρθει. Η Ελένη χαμογέλασε και ξανακοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Της άρεσε που ο Νίκος τα πήγαινε καλά με την αδερφή της. Η Μαρία ερχόταν συχνά – δυο, τρεις φορές τη βδομάδα – κι έμενε ως αργά, γεμίζοντας το σπίτι με γέλια και συζητήσεις. Η Ελένη άκουγε πώς συζητούσαν για σειρές ή διαφωνούσαν για τα πολιτικά, και σκεφτόταν που στάθηκε τυχερή: ένας σταθερός άντρας, μια αγαπημένη αδερφή, μια οικογένεια γεμάτη ζεστασιά. Όλα έμοιαζαν με ταινία, μόνο που συνέβαιναν στ’ αλήθεια. Καμιά φορά, όμως, μια αόρατη γρατζουνιά της χτυπούσε την ψυχή. Μικρές λεπτομέρειες, πράγματα που συνήθως προσπερνάς. Ο τρόπος που ο Νίκος έσκυβε προς τη Μαρία όταν εκείνη του διηγούνταν κάτι από τη δουλειά. Το πώς η αδερφή της άγγιζε τον ώμο του, γελώντας με τα αστεία του. Πώς ψιθύριζαν στην κουζίνα και σταματούσαν κάθε φορά που έμπαινε. Τα έδιωχνε από το μυαλό της. Είχαν εμπιστοσύνη - ήταν η Μαρία, το αίμα της, η μικρότερη αδερφή που μεγάλωσε σαν να ήταν παιδί της. Κι ο Νίκος, ο δικός της Νίκος, πέντε χρόνια μαζί. Πλησίαζαν κιόλας στο γάμο τους – πέντε χρόνια… Ένα μικρό πανηγύρι για απόψε. Το βράδυ που όλα ανατράπηκαν, η Ελένη γύρισε νωρίς από τη δουλειά για να περάσει από το σούπερ μάρκετ, να ετοιμάσει ένα ξεχωριστό δείπνο για την επέτειό τους. Ήθελε να κάνει το αύριο λίγο πιο γλυκό. Το κλειδί στράφηκε απαλά στην κλειδαριά – σχεδόν δεν ακούστηκε. Μπήκε στην είσοδο. Ησυχία πυκνή, αλλόκοτη, σαν ο αέρας να πάχυνε, σκοντάφτοντας στον εαυτό του. Μια χαμηλή συζήτηση ψιθύριζε απ’ το σαλόνι. Διασχίζοντας τον διάδρομο, άνοιξε την πόρτα και πάγωσε. Η Μαρία καθόταν χαλαρή στην πολυθρόνα της Ελένης, σαν να ήταν ανέκαθεν δική της. Ο Νίκος στεκόταν στο παράθυρο, και όταν την είδε, γύρισε το πρόσωπό του ακόμα πιο πολύ στον τοίχο, λες και ήθελε να γίνει αόρατος. – Τι έπαθε η ατμόσφαιρα εδώ; – προσπάθησε να χαμογελάσει η Ελένη, μα το στόμα της παρέμεινε άψυχο. – Τι συνέβη; Η Μαρία την κοίταξε. Η Ελένη δεν αναγνώρισε την αδελφή της. Είχε χαθεί η τρυφερή, ντροπαλή Μαρία που ζητούσε πάντοτε συμβουλές, που έκλαιγε στον ώμο της μετά από κάθε ερωτική απογοήτευση. Μπροστά της καθόταν μια ξένη, μάτια κρύα, βλέμμα θριαμβευτικό. – Συνέβη. Είμαι έγκυος απ’ τον άντρα σου, – είπε με απόκοσμη ηρεμία η Μαρία. – Μάζεψε τα πράγματά σου και εξαφανίσου. Από δω και πέρα εγώ θα μένω εδώ. Το χέρι της αγκάλιασε ελαφρά μια επίπεδη κοιλιά, αθέατη κάτω απ’ τη φαρδιά της μπλούζα. Η Ελένη στάθηκε ασάλευτη. Ένα αυτοκίνητο κόρναρε στο δρόμο. Από το διπλανό διαμέρισμα ακούγονταν οι φωνές της Βίκυς στην τηλεόραση. Ο κόσμος συνέχιζε κανονικά, μα εκείνη είχε μείνει χωρίς ανάσα. – Τι είπες; – η φωνή της βγήκε μισόκοπη, φθαρμένη. – Τα άκουσες όλα, – ακούστηκε ξένη η Μαρία. – Εγώ και ο Νίκος έχουμε πάρει αποφάσεις. Καιρός να σταματήσεις το θέατρο. Η Ελένη στράφηκε στον άντρα της. Ο Νίκος έμενε σιωπηλός, καρφωμένος στο παράθυρο, οι ώμοι καμπουριασμένοι, τα χέρια λευκά απ’ το σφίξιμο στο περβάζι. – Νίκο, – ψέλλισε και τόλμησε ένα βήμα. – Νίκο, κοίτα με! Εκείνος γύρισε. Δεν είδε στα μάτια του μετάνοια ή ντροπή – μόνο μια ασήκωτη κούραση κι ένα παγωμένο αίσθημα ανακούφισης. – Ελένη, – άνοιξε τα χέρια. – Έτσι έγιναν τα πράγματα, συγγνώμη. – Έτσι έγιναν; – η Ελένη άκουγε τη φωνή της σαν από μακριά. – Πέντε χρόνια γάμου κι “έτσι έγιναν;” – Μην το τραγικοποιείς, – η Μαρία γρύλισε. – Είμαστε ενήλικες. Η αγάπη έφυγε, συμβαίνουν αυτά. Εγώ με τον Νίκο είμαστε σοβαρά. Νίκος, το αποκαλούσε όπως κι εκείνη. – Πόσο καιρό; – κατάφερε να ρωτήσει η Ελένη. – Πόσο; Η Μαρία κοιτάχτηκε με τον Νίκο κι έσκασε ένα σκληρό γελάκι. – Τουλάχιστον ένα χρόνο. Μάλλον και παραπάνω. Τι σημασία έχει; Ένα χρόνο. Όλα εκείνα τα βράδια που η Μαρία έμενε αργά. Όλα αυτά τα αστεία στην κουζίνα. Όλα εκείνα τα βλέμματα που η Ελένη νόμιζε πως ήτανε απλώς αδελφική οικειότητα. – Πίστευα πως ήσουν η αδερφή μου, – ο τόνος της Ελένης σκλήρυνε. – Πίστευα πως με αγαπούσες. – Σ’ αγαπώ, – τράβηξε τους ώμους η Μαρία με μια ελαφρότητα που ζάλισε την Ελένη – Αλλά αγαπώ πιο πολύ εμένα. Και τον Νίκο. Εσύ… ήσουν πάντα κάπως βαρετή. Πολύ σωστή, πολύ “κυρία”. Κουράζει, ξέρεις… Η Ελένη ταράχτηκε, άρπαξε τον Νίκο απ’ το πουκάμισο και τον γύρισε κατά πρόσωπο. – Πες μου πως είναι ψέματα! Πες μου πως είναι ένας εφιάλτης, ένα άσχημο αστείο! Ο Νίκος προσπάθησε να της ξεφύγει, μα η Ελένη τον κράταγε τόσο σφιχτά που το ύφασμα έσκισε. – Ελένη, άφησέ με, το ξέρεις… – Δεν ξέρω τίποτα! – τον έσπρωξε τόσο που χτύπησε στον τοίχο. – Πέντε χρόνια, Νίκο! Πέντε χρόνια σε πίστεψα, άφησα δουλειά σε άλλη πόλη για σένα, κράτησα τη μάνα σου μήνες στο “Σωτηρία”, κι εσύ… Το χέρι της βρήκε μόνο του το μαξιλάρι και το πέταξε στον Νίκο. Εκείνος ίσα που γλίτωσε. – Στο κρεβάτι μας; Με αυτήν; Απαράδεκτος! – Ηρέμησε, – η Μαρία σηκώθηκε και τράβηξε το πουκάμισό της. – Φτάνει η υστερία. Η Ελένη γύρισε και άρπαξε τη φωτογραφία με κορνίζα από το ράφι. Ήταν όλοι μαζί μπροστά στο δέντρο τα περασμένα Χριστούγεννα – γελούσαν γιατί τότε ήταν ευτυχισμένη, γιατί είχε οικογένεια. – Σε μεγάλωσα εγώ! – η κορνίζα πέταξε στον τοίχο κι έσπασε. – Εγώ σε διάβαζα όταν η μαμά έλειπε στη δουλειά. Εγώ ήμουν εκεί όταν σε πείραζαν στην αυλή! Κι εσύ αυτό; – Ωχ, μην αρχίσεις πάλι με θυσίες και βαρεμάρες, – η Μαρία γύρισε τα μάτια της. – Το έχω ξανακούσει δέκα φορές. Ο Νίκος ήθελε πάντα τις φρέσκιες, τις ζωηρές, εσένα σε άντεχε από λύπηση. Εγώ τουλάχιστον είπα την αλήθεια. – Αλήθεια; – η Ελένη ξέσπασε σ’ ένα γέλιο που έκανε ακόμα και τον Νίκο να ταραχτεί. – Ένα χρόνο πισώπλατα και το λες “ειλικρίνεια”; Χούφτωσε τη βαριά, κρυστάλλινη τασά την έριξε με δύναμη στην προθήκη. – Δεν έχετε δει τίποτα ακόμη, – λαχάνιασε η Ελένη, ιδρώτας στο μέτωπο. – Δεν είναι καν η αρχή. Άρχισε να πετά βιβλία, άλμπουμ, αγαλματάκια, ό,τι είχαν μαζέψει μαζί από διακοπές, στο πάτωμα. – Ελένη, σταμάτα! – τρέχοντας της άρπαξε το χέρι ο Νίκος. – Μη με αγγίζεις! Ποτέ ξανά! Η Μαρία σύρθηκε προς την πόρτα, πρώτη φορά στο πρόσωπό της φάνηκε ανησυχία. – Κάτσε να το κουβεντιάσουμε ήρεμα. Θέλουμε το διαμέρισμα, περιμένουμε παιδί. Μάζεψέ τα και… – Εγώ να φύγω; – έμεινε όρθια ανάμεσα στο χάος κοιτάζοντας την αδερφή με μάτια φλόγινα. – Εγώ; Μέσα στη θλίψη, ένας κόκκος παγωμένης διαύγειας αναδύθηκε. – Ξεχάσατε ένα μικρό θέμα: το διαμέρισμα είναι δικό μου. Το αγόρασα πολύ πριν το γάμο και πέρασε στ’ όνομά μου, – πέρασε το χέρι απ’ το πρόσωπο για να μαζέψει τα μαλλιά. – Ο Νίκος δεν σας τα είπε; Η Μαρία κοίταξε τον Νίκο που είχε ασπρίσει. – Τι σχέση έχει αυτό τώρα; Έχουμε οικογένεια, έχουμε παιδί. Χρειαζόμαστε σπίτι περισσότερο από σένα. – Οικογένεια; – η Ελένη γέλασε πικρά. – Κάντε οικογένεια όπου θέλετε. Εδώ, τώρα, θα φύγετε και οι δυο σας. – Δεν μπορείς να μας πετάξεις έξω! – ύψωσε τη φωνή της η Μαρία. – Είμαι έγκυος! – Να το σκεφτόσουνα πριν πας με τον άντρα της αδερφής σου, – προχώρησε ώς την πόρτα και την άνοιξε διάπλατα. – Φύγετε. Ο Νίκος πήγε να την πιάσει. – Ελένη, κάτσε, να το σκεφτούμε καλύτερα. Δεν έχω πού να πάω, όλα μου τα πράγματα... Κι αν σε πάω στα δικαστήρια; – Κάνε ό,τι … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences