[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται να κατέχει ένα ιδιότυπο «ρεκόρ»: ίσως τη μεγαλύτερη λίστα στελεχών που είτε παραιτήθηκαν είτε βρέθηκαν αντιμέτωπα με άρση ασυλίας, σε σύγκριση με όλες τις κυβερνήσεις...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται να κατέχει ένα ιδιότυπο «ρεκόρ»: ίσως τη μεγαλύτερη λίστα στελεχών που είτε παραιτήθηκαν είτε βρέθηκαν αντιμέτωπα με άρση ασυλίας, σε σύγκριση με όλες τις κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι απλώς ποσοτικό. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό το πολιτικό φαινόμενο; Υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετες αναγνώσεις. Η μία υποστηρίζει ότι πρόκειται για την πιο διεφθαρμένη κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών. Η άλλη ότι πρόκειται για μια κυβέρνηση που, ακριβώς επειδή είναι πολιτικά ευαίσθητη, δεν επιτρέπει καμία σκιά και αναλαμβάνει την ευθύνη ακόμη και στην υποψία της. Γιατί όμως συνέβη αυτό; Οι λόγοι, κατά τη γνώμη μου, είναι περισσότεροι από ένας. Ένας λόγος είναι η ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της οποίας η λειτουργία ξεκίνησε το 2021 με πρωτοβουλία της ίδιας της κυβέρνησης Μητσοτάκη — μια κίνηση που εκ των υστέρων μπορεί να εκληφθεί είτε ως θεσμική τόλμη είτε ως πολιτική αφέλεια. Από τη μία, η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι η Εισαγγελία κάνει άριστα τη δουλειά της. Από την άλλη, η συμπολίτευση συχνά θεωρεί ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές της, ότι οι αποκαλύψεις γίνονται αποσπασματικά και χωρίς πλήρη νομική τεκμηρίωση, δημιουργώντας κυρίως πολιτικές εντυπώσεις, ενώ δεν λείπουν και οι αιχμές για πιθανά πολιτικά κίνητρα. Ένας άλλος λόγος μπορεί να είναι η δράση εξωτερικών παραγόντων — κρατικών ή οικονομικών — που επιδιώκουν τη φθορά της κυβέρνησης για τους δικούς τους λόγους. Κατά τη γνώμη μου, όμως, η βασική αιτία είναι βαθύτερη και διαχρονική: η συγκεκριμένη παράταξη εμφανίζει ενοχικά σύνδρομα απέναντι στην Αριστερά, η οποία, κατά την επικρατούσα αντίληψη, διατηρεί ένα μόνιμο «ηθικό πλεονέκτημα». Έτσι, ακόμη και σοβαρά σκάνδαλα μιας αριστερής κυβέρνησης δεν προκαλούν αντίστοιχη φθορά, ενώ στη συντηρητική παράταξη ακόμη και η υποψία αρκεί για να δημιουργήσει πολιτική κρίση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κυβέρνηση Τσίπρα–Καμμένου: μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, η πολιτική καριέρα του Καμμένου ουσιαστικά έκλεισε, παρά τη διαφωνία του, ενώ ο Τσίπρας, βασικός εκφραστής της επιλογής, επανέρχεται δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο. Γιατί, όμως, υπάρχει αυτό το «ηθικό ασύμμετρο»; Γιατί η Αριστερά φαίνεται να διατηρεί αυτό το πλεονέκτημα; Moral expectation gap Η βασική αιτία είναι η ασύμμετρη προσδοκία ηθικής. Στην πολιτική —και ιδιαίτερα στην ελληνική πολιτική σκηνή— οι πολίτες δεν κρίνουν όλους με τα ίδια κριτήρια. Διαμορφώνουν διαφορετικές ηθικές απαιτήσεις, ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα τόσο τη δική τους όσο και των πολιτικών. Από μια συντηρητική κυβέρνηση (π.χ. Νέα Δημοκρατία) αναμένουν αποτελεσματικότητα, τάξη, θεσμικότητα, ασφάλεια και εφαρμογή των νόμων. Και μάλιστα αυτά τα απαιτούν πρωτίστως οι ίδιοι οι ψηφοφόροι της. Αντίθετα, από μια αριστερή παράταξη (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ) προσδοκούν κοινωνική ευαισθησία, ισότητα, αλληλεγγύη και προστασία των αδύναμων. Έτσι δημιουργείται το παράδοξο: όταν η Αριστερά εμπλέκεται σε σκάνδαλα, οι πολλοί τα εκλαμβάνουν ως μεμονωμένες παρεκκλίσεις. Όταν όμως εμπλέκεται η Δεξιά (αν δεχθούμε ότι η ΝΔ είναι δεξιά), τότε επιβεβαιώνεται ένα προϋπάρχον στερεότυπο: ότι η εξουσία των «ισχυρών» είναι εκ φύσεως διεφθαρμένη. Μην ξεχνάμε και τη στάση των ίδιων των ψηφοφόρων: οι δεξιοί είναι συχνά πιο αυστηροί με τη δική τους παράταξη, ενώ οι αριστεροί εμφανίζονται πιο επιεικείς. Παραμένει το στερεότυπο «οι αριστεροί φτωχοί αλλά τίμιοι, οι δεξιοί πλούσιοι και διεφθαρμένοι», ακόμη κι αν η πραγματικότητα έχει φέρει τα πάνω κάτω εδώ και δεκαετίες. Ιστορική κληρονομιά Στην Ελλάδα —όπως και στην Ευρώπη— η Αριστερά συνδέθηκε ιστορικά με την αντίσταση, τις διώξεις και έναν ηθικό αγώνα. Έτσι απέκτησε ένα συμβολικό κεφάλαιο που δεν έχει ακόμη πλήρως εξαντληθεί ακόμη κι αν η σημερινή πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Παράλληλα, επιβιώνουν σε κάποιους οι απλουστευτικοί συνειρμοί: «Χούντα = Δεξιά = ΝΔ», οι οποίοι φορτίζουν πολιτικά τη συντηρητική παράταξη, ανεξαρτήτως της πραγματικής ιστορικής διαδρομής πολλών στελεχών της και των διώξεων που υπέστησαν επί επταετίας. Ψυχολογικός μηχανισμός (confirmation bias) Οι άνθρωποι τείνουν να συγχωρούν ευκολότερα όσους θεωρούν «καλοπροαίρετους» και να είναι αυστηρότεροι με όσους θεωρούν «ισχυρούς». Έτσι, η Αριστερά απολαμβάνει συχνά το τεκμήριο των «καλών προθέσεων», ενώ η Δεξιά φορτώνεται με το τεκμήριο των «ύποπτων κινήτρων». Ρόλος των ελίτ λόγου (media, πανεπιστήμια) Σε πολλές δυτικές κοινωνίες, ο ακαδημαϊκός και πολιτισμικός χώρος έχει ιστορικά μεγαλύτερη εγγύτητα με αριστερές ιδέες. Αυτό επηρεάζει τον τρόπο παρουσίασης των γεγονότων και τη γλώσσα που χρησιμοποιείται (π.χ. «λάθος», «αστοχία» αντί «σκάνδαλο») Media Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης εμφανίζεται πιο ανεκτικό ή φιλικό προς την Αριστερά. Αυτό διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδεικνύονται ή υποβαθμίζονται πολιτικά ζητήματα. Business και εξουσία Η Αριστερά, παραδόξως, έχει αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμόσει σκληρές πολιτικές χωρίς ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτό την καθιστά, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο «χρήσιμη» σε ισχυρά ντόπια ή ξένα κέντρα επιρροής. Διαφορετικό σύστημα αξιών Η συντηρητική παράταξη θεωρείται «φυσικός διαχειριστής της εξουσίας». Όταν αποτυγχάνει, η φθορά είναι άμεση και έντονη για αυτό και συχνά αντιδρά αμυντικά και φοβικά και επιλέγει γρήγορες παραιτήσεις για περιορισμό ζημιάς. Αυτό ενισχύει την εικόνα ενοχής στην κοινή γνώμη και αποσυσπειρώνει την βάση της. Αντίθετα, η Αριστερά προβάλλεται ως «ηθική εναλλακτική»: όταν αποτυγχάνει, η ευθύνη μετατίθεται συχνά σε πρόσωπα ή σε «εξωτερικούς εχθρούς», συσπειρώνοντας τη βάση της με τον φόβο της κακιάς δεξιάς. Τελικά, η διαφορετική ταχύτητα και ένταση με την οποία φθείρονται οι πολιτικές παρατάξεις δεν οφείλεται μόνο στα ίδια τα γεγονότα, αλλά κυρίως στον τρόπο που τα ερμηνεύουμε. Οι ίδιες πράξεις των δύο παρατάξεων κρίνονται με διαφορετικά μέτρα και σταθμά, μέσα από ένα πλέγμα ιστορικών μνημών, ιδεολογικών φίλτρων και ψυχολογικών μηχανισμών. Χαρακτηριστική είναι και η φράση που συχνά εκστομίζεται ειρωνικά προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη: «η κυβέρνηση των Αρίστων». Δηλαδή, οτιδήποτε λιγότερο από την αριστεία θεωρείται αποτυχία, ενώ απέναντι σε μια αριστερή κυβέρνηση συχνά δικαιολογούνται σχεδόν τα πάντα, με το επιχείρημα ότι οι προθέσεις της είναι αγνές. Αν δεν αναγνωρίσουμε αυτή την ασυμμετρία, θα συνεχίσουμε να αναπαράγουμε έναν φαύλο κύκλο προκαταλήψεων, όπου η ευθύνη δεν κατανέμεται δίκαια και η πολιτική συζήτηση χάνει την ουσία της. Ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι ποιος φθείρεται περισσότερο, αλλά ότι τελικά δεν κρίνουμε όλοι με τα ίδια κριτήρια — και αυτό, κάποιες φορές, μπορεί να μας οδηγήσει σε πολιτικές εξελίξεις με κόστος για τη χώρα. Δημήτρης Αθηναίος @highlight 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences