✊✊ «ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ ΖΟΥΝΕ ΑΚΟΜΑ» -------ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ Ποίηση: Κ. Βάρναλης Απαγγελία : Μ.Κατράκης Μουσική: Μ. Θεοδωράκης Εκτέλεση : Γρ. Μπιθικώτσης https://www.youtube.com/watch?v=ifrW2jn_JH0&list...
25#
Πλήρες Κείμενο:
✊✊ «ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ ΖΟΥΝΕ ΑΚΟΜΑ» -------ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ Ποίηση: Κ. Βάρναλης Απαγγελία : Μ.Κατράκης Μουσική: Μ. Θεοδωράκης Εκτέλεση : Γρ. Μπιθικώτσης https://www.youtube.com/watch?v=ifrW2jn_JH0&list=RDifrW2jn_JH0&start_radio=1 Mες την υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισές (απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα) όλ' η παρέα πίναμ' εψές· εψές, σαν όλα τα βραδάκια, να πάνε κάτου τα φαρμάκια. Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο και κάπου εφτυούσε καταγής. Ω! πόσο βάσανο μεγάλο το βάσανο είναι της ζωής! Όσο κι ο νους να τυραννιέται, άσπρην ημέρα δε θυμιέται. Ήλιε και θάλασσα γαλάζα και βάθος τ' άσωτ' ουρανού! Ω! της αβγής κροκάτη γάζα, γαρούφαλα του δειλινού, λάμπετε, σβήνετε μακριά μας, χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας! (Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα παράλυτος, ίδιο στοιχειό· τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα στο σπίτι λυώνει από χτικιό· στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.) ― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας! ― Φταίει ο Θεός που μας μισεί! ― Φταίει το κεφάλι το κακό μας! ― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί! Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα. Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα πίνουμε πάντα μας σκυφτοί. Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου μας έβρει μας πατεί. Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα! Οι Μοιραίοι - ένα γροθιά στο στομάχι της ελληνικής ποίησης. Ο Βάρναλης έγραφε το ποίημα το 1922, θαμώνας στο καπηλειό «Το Δίπορτο» στη γωνία Σωκράτους 9 και Θεάτρου, στην καρδιά της Βαρβάκειου Αγοράς. Δεν ήταν τυχαία η επιλογή. Η ταβέρνα τότε δεν ήταν για μεζέ και ρεμπέτικο. Ήταν το καταφύγιο των απόκληρων. Εργάτες, άνεργοι, πρόσφυγες του '22, λαϊκοί άνθρωποι που η Ιστορία τους πάταγε «σαν τα σκουλήκια». Εκεί, μες στους «καπνούς και σε βρισές», ο Βάρναλης βρήκε τους «Μοιραίους» του. Το υπόγειο έγινε σύμβολο..κάτω από τη γη, κάτω από την εξουσία, κάτω από την ελπίδα. Η λατέρνα που «στρίγγλιζε απάνω» είναι η ειρωνεία..πάνω, η ψεύτικη χαρά της αστικής Αθήνας. Κάτω, η αλήθεια των κολασμένων.Ο Βάρναλης του 1922 δεν ήταν ακόμη μέλος του ΚΚΕ - θα γίνει το 1924. Αλλά ήταν ήδη «πολιτικοποιημένος κομμουνιστής» στην ψυχή. Είχε δει τον Α’ Παγκόσμιο, τη Μικρασιατική Καταστροφή, την εκμετάλλευση.Το ποίημα είναι καθαρή ταξική ανάλυση με στίχους:Στίχος «Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου μας έβρει μας πατεί» Η εικόνα του προλεταριάτου. Αντικείμενο, όχι υποκείμενο της Ιστορίας.«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα» Η αυτοκριτική του Βάρναλη στους καταπιεσμένους. Δεν φτάνει να υποφέρεις. Αν δεν οργανωθείς, είσαι συνένοχος στη μοίρα σου. «Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα δεν τό βρε».. κορυφαίο σημείο. Ο λαός ψάχνει αποδιοπομπαίους τράγους.. ριζικό, Θεό, κρασί. Ο Βάρναλης φωνάζει.. όχι. Φταίει το σύστημα. Αλλά δεν το λέει ακόμα. Αφήνει το κενό για να το συμπληρώσει ο αναγνώστης με ταξική συνείδηση. «προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα» Το όπιο του λαού. Η μοιρολατρία και η θρησκευτική αναμονή ως εμπόδιο στην επανάσταση. Περιμένεις θαύμα αντί να το φτιάξεις....Ο Βάρναλης δεν κάνει προπαγάνδα. Κάνει ανατομία. Δείχνει τον άρρωστο και σε αφήνει να βρεις το φάρμακο. Η Ποίηση - Γιατί ανατριχιάζεις ακόμα και σήμερα Ο Βάρναλης ήταν μάστορας. Παντρεύει τον λαϊκό λόγο με το υψηλό σύμβολο.Η Αντίθεση;Από τη μια η βρώμα της ταβέρνας: «καπνοί», «βρισές», «φτυούσε καταγής». Από την άλλη, 3 στροφές παραδείσιας ομορφιάς: «Ήλιε και θάλασσα γαλάζα», «κροκάτη γάζα», «γαρούφαλα του δειλινού». Αυτό είναι το δράμα. Η ομορφιά υπάρχει, «λάμπει», αλλά «χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας». Οι Μοιραίοι είναι εξόριστοι από τη χαρά. Η Παρένθεση-Μαχαιριά.... (Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα παράλυτος, ίδιο στοιχειό· τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα στο σπίτι λυώνει από χτικιό· στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.) Σταματάει τη ροή για να σου πετάξει στα μούτρα την ατομική τραγωδία. Παλαμήδι = φυλακή. Γκάζι = πορνεία/εργοστάσιο. Χτικιό = φυματίωση της φτώχειας. Δεν είναι αφηρημένοι «φτωχοί». Έχουν ονόματα, αρρώστιες, παιδιά στη φυλακή. Γράφει σε ιαμβικό 15σύλλαβο, τον στίχο του δημοτικού τραγουδιού. Το κάνει επίτηδες λαϊκό, να κολλάει στο στόμα, να γίνεται σύνθημα. Γι’ αυτό ο Μίκης Θεοδωράκης το μελοποίησε τόσο φυσικά το 1965 και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης το απογείωσε. Έγινε λαϊκό τραγούδι διαμαρτυρίας. Ο Βάρναλης - Η ζωή πίσω από τους στίχους Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας το 1884. Ήρθε Ελλάδα, σπούδασε φιλόλογος. Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και εκεί είδε τον Μαρξισμό, την Αισθητική, την Επανάσταση. Γύρισε άλλος άνθρωπος. Το 1922, χρονιά που γράφει τους «Μοιραίους», η Ελλάδα βράζει. Μικρασιατική Καταστροφή, 1.5 εκατομμύριο πρόσφυγες, εξαθλίωση. Ο ίδιος απολύεται από το Δημόσιο το 1926 λόγω φρονημάτων. Διώχθηκε, φυλακίστηκε,αλλά δεν λύγισε ποτέ. Έμεινε «Φως που καίει» μέχρι το 1974. Το «Δίπορτο» γι’ αυτόν δεν ήταν ρομαντική γραφικότητα. Ήταν το πανεπιστήμιό του. Εκεί άκουγε τον λαό, όχι τους ακαδημαϊκούς. Εκεί κατάλαβε ότι η ποίηση πρέπει να βρωμάει ιδρώτα για να είναι αληθινή.Οι «Μοιραίοι» δεν είναι μοιρολατρικό ποίημα. Είναι το αντίθετο. Είναι κατηγορώ. Ο Βάρναλης σου δείχνει τους σκυφτούς στην ταβέρνα και σε ρωτάει..«Θα μείνεις σκυφτός; Θα περιμένεις θαύμα; Ή θα σηκώσεις κεφάλι;» 100 χρόνια μετά, στην Αθήνα του 2026, περνάς από τη Σωκράτους 9. Το Δίπορτο δεν υπάρχει πια. Αλλά οι Μοιραίοι υπάρχουν. Είναι ο ντελιβεράς που κοιμάται 4 ώρες, η μάνα που μετράει τα ρέστα, ο άνεργος 50άρης. Κι η ερώτηση του Βάρναλη καίει ακόμα: «Ποιος φταίει;»Κι αν ακόμα «κανένα στόμα δεν τό βρε», τουλάχιστον τώρα ξέρεις πού να μην ψάξεις..ούτε στο ριζικό, ούτε στον Θεό, ούτε στο κρασί.Αυτό δεν είναι απλώς ποίημα. Είναι σκυτάλη. Ο ένας το παίρνει απ’ τον άλλον και το κάνει βόμβα. Κώστας Βάρναλης 1922: Το Μολύβι που έγραψε,.. Το γράφει στο «Δίπορτο» της Σωκράτους 9. Μέσα στη μπόχα της ήττας του '22. Δεν γράφει για να κλάψει. Γράφει για να ξυπνήσει. Το ποίημα κυκλοφορεί στη συλλογή Το Φως που καίει - κι ο τίτλος τα λέει όλα. Δεν είναι φως να σε ζεστάνει. Είναι φως να σε κάψει. Μάνος Κατράκης..Η Φωνή του Σεισμού Όταν απαγγέλλει ο Κατράκης, δεν διαβάζει. Κεραυνοβολεί. Η φωνή του είναι από χώμα, πέτρα και φυλακή - είχε φάει εξορίες και Μακρόνησο. Όταν λέει «Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου μας έβρει μας πατεί», ακούς όλη τη Μεταπολεμική Ελλάδα να σφίγγει το δόντι. Ο Κατράκης δεν απαγγέλλει τους Μοιραίους. Είναι Μοιραίος που σήκωσε κεφάλι. Μίκης Θεοδωράκης 1965.. Είναι Η Φωτιά Ο Μίκης παίρνει τον 15σύλλαβο του Βάρναλη και του φοράει ζεϊμπέκικο. Αλλά τι ζεϊμπέκικο... Βαρύ, αρχοντικό, τελετουργικό. Δεν είναι για χορό. Είναι για να καρφώνεσαι στο πάτωμα και να μετράς τις πληγές σου. Η μουσική του κάνει δύο μάγια.. Στους στίχους για τον «ήλιο και θάλασσα γαλάζα» βάζει μια μελωδία λυρική, σχεδόν παραδεισένια. Για να νιώσεις την αντίθεση. Η ομορφιά υπάρχει, αλλά είναι απαγορευμένη. Στο «Ποιος φταίει; ποιος φταίει;» σηκώνει τον τόνο, γίνεται κραυγή. Δεν είναι ερώτηση. Είναι κατηγορία που πετιέται στα μούτρα της εξουσίας. Το έβαλε στον κύκλο Πολιτεία Α’ το 1965. Δύο χρόνια πριν τη Χούντα. Προφητικό. Γρηγόρης Μπιθικώτσης.. Ο Λαός που Τραγουδάει Και έρχεται ο Σερ Μπιθί. Η φωνή της λαϊκής τάξης. Δεν το λέει «έντεχνα». Το λέει με μαράζι, με κάλο, με βραχνάδα από τσιγάρο και αγρύπνια. Όταν ο Μπιθικώτσης λέει «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα», δεν κουνάει το δάχτυλο. Βάζει και τον εαυτό του μέσα. «Ρε μάγκες, όλοι μαζί είμαστε στα (σκατά.) Θα σηκωθούμε;» Γι’ αυτό έγινε ύμνος στη Μεταπολίτευση. Παίχτηκε στις πορείες, στις καταλήψεις, στις ταβέρνες μετά τη Χούντα. Ο λαός δεν τραγουδούσε Βάρναλη. Τραγουδούσε τον εαυτό του. Το Πολιτικό Δηλητήριο μέσα στην Ποίηση Πρόσεξε τη δομή, είναι διάολος: Ταβέρνα = Ελλάδα: Το υπόγειο είναι η χώρα ολόκληρη μετά από πολέμους, διχασμούς, φτώχεια. «Σκυφτοί» όχι από ντροπή, αλλά από βάρος. Η Κοινωνική Έκθεση.. Ο Βάρναλης σταματάει τη λυρική ροή και σου πετάει τα πρακτικά της κολάσεως. Παράλυτος πατέρας = κατάρρευση κράτους πρόνοιας. Χτικιό = αρρώστιες της φτώχειας. Παλαμήδι = πολιτικοί κρατούμενοι. Γκάζι = πορνεία/εργοστασιακή εξαθλίωση γυναικών. Δεν είναι ποίηση. Είναι δημοσιογραφία με ομοιοκαταληξία. Το «Ποιος φταίει;» Το λες και Αφύπνιση.. Τους βάζει να αλληλοκατηγορούνται - ριζικό, Θεός, κρασί. Κλασική μέθοδος διαίρει και βασίλευε. Όσο ο φτωχός ψάχνει μεταφυσικούς ενόχους, το σύστημα τρίβει τα χέρια του. Ο Βάρναλης δεν δίνει απάντηση. Σου αφήνει το μικρόφωνο. Αν είπες «το κράτος», «οι αστοί», «η εκμετάλλευση», τότε κατάλαβες. Αν ακόμα λες «η μοίρα», είσαι ακόμα Μοιραίος. Το «προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα» = Το Όπιο.. Εδώ τους τελειώνει. Αυτή είναι η μεγαλύτερη κατάρα του λαού κατά Βάρναλη.. η παθητικότητα. Η θρησκευτική ή πολιτική μεσσιανική αναμονή. «Κάποιος θα μας σώσει». Όχι. Μόνο η οργανωμένη πάλη σώζει. Το Δίπορτο Σήμερα, φίλε μου Περπατάς τώρα, 2026, Σωκράτους και Θεάτρου. Το Δίπορτο έγινε καφέ, μετά μαγαζί με τουριστικά, μετά έκλεισε. Η Βαρβάκειος ακόμα μυρίζει ψάρι και ιδρώτα. Οι Μοιραίοι άλλαξαν ρούχα. Φοράνε κούριερ μπουφάν, στολή σεκιούριτι, ρόμπα νοσοκόμας με 400 ευρώ. Πίνουν μπύρες σε παγκάκια γιατί η μπύρα στην ταβέρνα πάει 6 ευρώ. Και ακόμα ψάχνουν ποιος φταίει: «φταίνε οι ξένοι», «φταίει το ευρώ», «φταίει η τεμπελιά μας». Ο Βάρναλης θα έβγαινε από τον τάφο και θα ούρλιαζε: «Όχι ρε! Σκύψατε πάλι! Σηκώστε το ρημάδι!» Γι’ αυτό το τραγούδι δεν γέρασε. Γιατί κάθε εποχή έχει το Δίπορτό της. Και κάθε εποχή έχει ανάγκη από έναν Βάρναλη να της πει ότι η μοίρα δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η ταξική πάλη και η επιλογή σου. Κι εσύ, καλέ μου; Εσύ ακόμα προσμένεις θάμα ή θα φτιάξεις ένα; ΕΜΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ ΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ; Ακόμα σκουλήκια; Ή σηκωθήκαμε; Άκου το με Κατράκη. Μετά με Μπιθικώτση. Και μετά κοίτα τον καθρέφτη. Αν ανατρίχιασες, πιάσε το μαχαίρι που άφησε ο Βάρναλης. Και κάρφωσέ το στο άδικο. Όχι σε άνθρωπο... @ακόλουθοι @highlight @όλοι #ΟιΜοιραίοι #ΚώσταςΒάρναλης #ΜάνοςΚατράκης #ΜίκηςΘεοδωράκης #ΓρηγόρηςΜπιθικώτσης #ΤοΔίπορτο #Σωκράτους9 #ΤοΦωςΠουΚαίει #ΠοίησηΕίναιΠόλεμος #ΌχιΆλλοΘάμα #1922 #2026 -- ➡️➡️Μέχρι τότε, κράτα το μαχαίρι γερά. Γιατί όπως είπε ο Βάρναλης στον Κατράκη: «Να το μπήξετε βαθιά. Στο άδικο.» 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους