[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Σχεδόν 1 χρόνο από την έκδοση του Ανοιχτού σημείου Κάπα Εκδοτική / Kapa Publishing House "Ό,τι έχω καταφέρει το έχω κερδίσει λέξη-λέξη και το οφείλω ισόποσα στους ανθρώπους που ασχολήθηκαν με το έργο...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Σχεδόν 1 χρόνο από την έκδοση του Ανοιχτού σημείου Κάπα Εκδοτική / Kapa Publishing House "Ό,τι έχω καταφέρει το έχω κερδίσει λέξη-λέξη και το οφείλω ισόποσα στους ανθρώπους που ασχολήθηκαν με το έργο μου και σε όσους με διαβάζουν. Η ευγνωμοσύνη μου είναι μια θάλασσα." λέει ο Κυριάκος Χαρίτος.. κι εγώ με τη χαρά αυτής της θάλασσας -νομίζω ωκεανός είναι- παραθέτω το υπέροχο κείμενο-παρουσίαση του Ανοιχτού σημείου από την Βαρβάρα Ρούσσου. Ακούστηκε πρώτη φορά στην παρουσίαση του Ανοιχτού σημείου, τον Φεβρουάριο του 26 από την δημιουργό του, μέρος του δημοσιεύτηκε στην Εποχή και εδώ ολόκληρο : "Ηρώ Τριγώνη, Ανοιχτό σημείο εκδ. κάπα 2025 «Τα σημεία στίξης των κειμένων στο Ανοιχτό σημείο ακολουθούν, ως όφειλαν, τις εσωτερικές θερμοκρασίες της ύπαρξης· από την απώλεια, στη ζωή και στην αθανασία.» Έτσι ξεκινά η πρώτη ποιητική συλλογή της Ηρώς Τριγώνη με ένα εισαγωγικό ποίημα ως αναγνωστική υπόδειξη. Ξεκινά αντίστροφα από την απώλεια-θάνατο για να οδηγηθεί προς την ανάκτηση της ζωής και εντέλει να θέσει τους όρους ώστε μια απιθανότητα, η αθανασία να φανεί ως πιθανή κατάσταση. Έτσι, ορίζεται και η τριμερής διάκριση της συλλογής: Θάνατος με 13 αριθμημένα ποιήματα, Ζωή με 17 έντιτλα και Α-θανασία με μια ένστιχη σύνθεση. Διαβάζω το βιβλίο αυτό με διάφορους τρόπους ως ποιητικούς στοχασμούς κατανεμημένους σε μικρές και συχνά αλληλοεμπλεκόμενες συστάδες γύρω από το σώμα/τον πόνο της απώλειας /το χρόνο/. Η στίξη στο εισαγωγικό ποίημα που δίνει και τον τόνο του βιβλίου δεν τοποθετείται ως απλώς τεχνικό θέμα ύφους. Η βασική ιδέα είναι ότι στο θάνατο (δηλαδή στα ποιήματα για τον θάνατο) τα σημεία στίξης απουσιάζουν γιατί δεν υπάρχει συμβατότητα: ο θάνατος δεν δέχεται παύσεις/αναπνοές/ρυθμούς: είναι μια απουσία. Και όταν η ζωή επιστρέφει, η στίξη επανέρχεται και μάλιστα με σειρά που δηλώνει αυτή τη σταδιακή αποκατάσταση της τάξης δηλαδή της αναπόδραστης επιστροφής στο ζην: πρώτα κόμματα (μικρές παύσεις/αναπνοές), μετά, στην τρίτη ενότητα, τελείες (ως κλείσιμο και απόφαση). Το «ανοιχτό σημείο» του τίτλου λοιπόν λειτουργεί τριπλά θα έλεγα: ως ανοιχτό σημείο στίξης που φεύγει και επανέρχεται, ως λεκτικά δομημένος τόπος δηλαδή εκεί που η γλώσσα ξαναπαίρνει θερμοκρασία ζωντανού σώματος (δεύτερη ενότητα) και ταυτόχρονα ως σχεδόν υλικός σκηνικός τόπος συνάντησης του εαυτού με το υλικό του σώμα (τρίτη ενότητα). Η τελευταία φράση του εισαγωγικού ποιήματος: «Γιατί οι λέξεις, οι ιστορίες τους και οι «συνοδοί» τους -τη σημεία στίξης- είναι ζωντανοί οργανισμοί.» θεμελιώνει μια ποιητική βιο-οντολογία. Οι λέξεις «πεθαίνουν/ξαναζούν», άρα η γραφή είναι πεδίο ανακύκλωσης, είναι ο ίδιος ο κοσμολογικός κύκλος ζωή-θάνατος και η αγωνία της ποιήτριας είναι να τον αποδώσει σε μια πάλη με τις λέξεις. Η στίξη και οι ζωντανές λέξεις λοιπόν παράγουν μια «σωματοποίηση» της γραφής, που την επιτείνουν τα δάκρυα «το αλμυρό νερό που βγήκε από το σώμα μου» όπως αναφέρει το δεύτερο ποίημα. Στο ποίημα «Ένα σύμφωνο», το πρώτο από τη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Ζωή», η ηχητική πλευρά των μη λεκτικών σημάτων, των φθόγγων όπως το επαναλαμβανόμενο ζζζζζζ ταυτίζονται με τη ζωή. Η ζωή είναι θορυβώδης, σε αντίθεση με τη σιωπή του θανάτου, και στο συγκεκριμένο ποίημα το σήμα της ζωής μεταφράζεται σε μικρούς ήχους από ένα μικρό, ελάχιστο ον (έντομο) που υπενθυμίζουν ότι το ζωντανό σώμα σε όποιο ον κι αν ανήκει έχει αισθήσεις κι ας μην έχει λέξεις. Από την άλλη στο «Βίωμα», επιστρέφοντας στον κόσμο των λέξεων, επισημαίνεται το άλεκτο του βιωμένου πόνου: «Δεν έχει λέξεις το βίωμα». Ακολουθείται η ρητορική του άρρητου, επαναλαμβανόμενη ήδη από την αρχαιότητα σε ποιήματα, ότι δηλαδή ο πόνος αδυνατεί να λεχθεί, να μετασχηματιστεί σε λέξεις, ενώ την ίδια στιγμή ήδη το ποίημα τον έχει λεκτικοποιήσει και μορφοποιήσει. Στην πρώτη ενότητα, «Θάνατος», στο ποίημα 3 εντοπίζεται μια πτυχή της έκφρασης του πένθους: το δάκρυ τολμά να «πάρει τους δρόμους/σε δημόσια θέα» το οποίο «συνιστά αδίκημα». Το πένθος εκλαμβάνεται ως ιδιωτική στιγμή και οι εκφράσεις του έχουν τους δικούς τους χώρους (νεκροταφεία, εκκλησίες, το σπίτι, ενώπιον οικείων και γνωστών). Στο ποίημα όμως το πένθος και η σωματική του απόδειξη-δάκρυ- φαίνεται να διαρρηγνύει τη σύμβαση δημοσιοποιείται οπότε και υπόκειται σε κοινωνικό έλεγχο: εμφανίζονται “αστυνομίες”, “επιπλήξεις”, “μορφασμοί”, “εμπαιγμός”. Η δημόσια έκθεση του συναισθήματος αντιμετωπίζεται ως παράπτωμα εφόσον το υποκείμενο που πενθεί διαφεύγει από την κανονικοποίηση της ομοιομορφίας, από τον κανόνα του ευ ζην που θέλει το άτομο να ζει σε συνθήκη εργασιακής απόδοσης, υλικών αγαθών, κατασκευής μιας ευτυχίας-αριστείας που απαιτεί συμμόρφωση. Το δημόσιο δάκρυ επιτρέπει την κοινοποίηση της ευαλωτότητας και ευθραυστότητας που «αποκαλύπτει/προδίδει/πως ρέει αίμα στη σάρκα σου». Το πένθος γίνεται η επαναστατική πράξη που εντέλει οδηγεί στην ίδια τη ζωή, απόδειξη της ανθρωπινότητας ως αντίθεση στην εποχή του μποτ. Με το επόμενο ποίημα 4 εισέρχεται μια άλλη παράμετρος της ανθρώπινης ζωής, η έννοια του χρόνου, (κι αυτή αντίθετη στο θάνατο όπου καταλύεται ο χρόνος) αλλά κυρίως φαίνεται καθαρά η προσωποποίηση ως συστατικός τρόπος των ποιημάτων: το δάκρυ παίρνει τους δρόμους, ο χρόνος έχει σπουδάσει γιατρός και η ποιητική φωνή του απευθύνεται ειρωνικά αναζητώντας την ανατροπή του γνωστού ρητού «ο χρόνος είναι γιατρός». Στα περισσότερα ποιήματα, όπως και στην τρίτη ενότητα, μια αποστροφή στα «ποδαράκια», ένα είδος εξομολογητικού μονολόγου με αποδέκτη τα πόδια, ο χρόνος δεν θεματοποιείται ρητά αλλά αποτελεί μια μη γραμμική χρονικότητα που αφενός δεσμεύεται από την τραυματική απώλεια αφετέρου γίνεται ιδιόρρυθμα μετρήσιμος: διαφεύγει δηλαδή από τη νεωτερική έννοια του χρόνου ως χρήματος (ο χρόνος είναι χρήμα), του μετρήσιμου χρόνου ως προϊόν προς ανταλλαγή. Αντίθετα, μετριέται μέσω μιας σειράς προσωπικών, ατομικών συμβάντων που συνάπτονται με τα βιώματα και το υλικό σώμα, τα πόδια της ποιητικής φωνής. Η σύνδεση σώμα/πόδια και χρόνος/κομβικές στιγμές είναι ουσιαστικά ο πυρήνας του βιβλίου. Ακόμη κι όταν ορίζεται έτσι ο χρόνος γίνεται ανοιχτό σημείο συνάντησης του πένθους με το άτομο ή του θανάτου με τη ζωή. Μέσα σε αυτό το χρόνο η αμεσότητα με την οποία οι νεκροί εμφανίζονται και διατρέχουν ορισμένα ποιήματα είναι ένα εγχείρημα κατάργησης, φυσικά μόνο με τον ποιητικό λόγο, ενός ανυπέρβλητου ορίου. Ο θάνατος δεν εξαλείφει το πρόσωπο, η μνήμη δεν καταργεί τον νεκρό οι συναντήσεις τους γίνονται επίσης σε ένα ανοιχτό σημείο. Έτσι: Από τη στίξη και τις λέξεις στο σώμα: η γλώσσα γίνεται υλική Από το ιδιωτικό στο δημόσιο: το δάκρυ γίνεται “δημόσια θέα” και άρα πεδίο αστυνόμευσης. Ο χρόνος ως εξουσία χαμηλής έντασης: αργός, «σιγά σιγά», αλλά αδυσώπητος. Ο πόνος ως σχέση και όχι ως επεισόδιο: δεν “περνάει”, κατοικεί· και έτσι ανοίγει δρόμο προς τους άλλους και οδηγεί προς τη ζωή όπου η παρουσία του διαρκώς επιχειρεί να μετουσιωθεί. Η διεργασία του πένθους είναι η επίπονη, επαναληπτική διαδικασία όπου η ψυχή αναμετριέται ξανά και ξανά με την απουσία, μέχρι να μπορέσει να ξαναεπενδύσει στη ζωή. Στο «Ισότιμα» διαβάζουμε: «Τους νεκρούς μου/τους μοιρολόγησα / τους ξαγρύπνησα / … / τους έθαψα / και τους ποτίζω καθημερινά/Τους ζωντανούς μου… / … / και τους ποτίζω καθημερινά». Εδώ, το πένθος δεν είναι «φάση» που περνά. Είναι συνήθεια φροντίδας. Και αυτό είναι φροϋδικό με έναν παράδοξο τρόπο: δε σβήνεις τον δεσμό, αλλά να αναδιατάσσεις τη σχέση με τον απόντα έτσι ώστε να αναδιατάσσεις την ίδια τη ζωή. Στο μεταιχμιακό σημείο της μετάβασης προς τη συνέχιση της ζωής όλα «κουρδίζονται από την αρχή» και η καταφυγή στη φύση στα τέσσερα τελευταία ποιήματα της ενότητας σηματοδοτεί την επιστροφή και την ελπίδα. «Έβαλα μπροστά σας τη ζωή και τον θάνατο, την ευλογία και την κατάρα. Διαλέξτε, λοιπόν, τη ζωή». Δευτερονόμιον 30:19. Όπως εξάλλου ήδη συζητήθηκε παραπάνω βασικό χαρακτηριστικό της συλλογής, είναι η σωματικότητα και η υλικότητα του πένθους: από το πένθος ως ψυχική κατάσταση στο πένθος ως σωματική αντίδραση το σώμα γίνεται η κατεξοχήν έδρα της συν-κίνησης: «με το θάνατό σου/αλλάξανε θέση τα όργανα/μετακόμισε το στομάχι/η σπλήνα χάθηκε κάπου αριστερά/το συκώτι πήγε κι άραξε στο κέντρο/». Όμοια στο «Ιππόκαμπε» δηλώνεται ρητά ότι η ανθρωπινότητα είναι σωματική και κάθε συναίσθημα έχει σημείο εκβολής το σώμα: «Είμαστε σώματα Σε κάθε συνάντηση ζωής ή θανάτου/αλλάζει ο μεταβολισμός μας». Στο «Ένα δυο τρία» από την ενότητα «Ζωή» το αίμα αντιδρά στις αισθητηριακές εμπειρίες και στις μνήμες και το αίμα είναι η ζωή, το βασικό συστατικό της ζωής. Μπορούμε λοιπόν να παρακολουθήσουμε πώς η Τριγώνη χειρίζεται τη σωματική αντίδραση στο θάνατο. Οι προ-γλωσσικές, σωματικές εντάσεις/μεταβολές που καταλαμβάνουν το σώμα άμεσα μετά το συμβάν, πριν τις οργανώσουμε σε νόημα και τις ονομάσουμε δηλαδή βάρος στο στήθος, κόμπος, μούδιασμα, υπερένταση, είναι μια αίσθηση που προηγείται της ερμηνείας. Αυτό είναι πένθος που κολλάει στο σώμα. Αμέσως μετά γίνεται αναγνωρίσιμο/ονομαζόμενο emotion/feeling: θλίψη, θυμός, νοσταλγία. Κατόπιν το πένθος περνά σε «αναπαράσταση» (λέγεται, εξηγείται, αφηγείται γίνεται τα ποιήματα από το Ανοιχτό σημείο. Κλείνω με την ποιητική σύνθεση της τρίτης ενότητας που συγκεντρώνει όλο το υλικό που τροφοδότησε τα ποιήματα. Η «Α-θανασία» είναι ένα ενιαίο ποίημα όπου κορυφώνεται το βιβλίο, μια διαλεκτική σύνθεση που συναιρεί καταληκτικά όλα τα προηγούμενα ποιήματα. Αποτελεί ταυτόχρονα αφήγηση, εξομολόγηση και συνιστά έναν αυτόνομο θεατρικό μονόλογο όπου το συναίσθημα άλλοτε λυρικά άλλοτε με μια προσγειωμένη στοχαστικότητα αποδίδει τη συνειδητοποίηση της ζωής μέσα από τη διαδικασία του περπατήματος, γι’ αυτό και ο υπότιτλος «τα ποδαράκια». «Ο άνθρωπος περπατάει/για να νιώθει/να σκέφτεται/να αποφασίζει.». Το περπάτημα είναι ταυτόσημο με τη ζωή. Η τρυφερότητα με την οποία το σώμα -τα ποδαράκια- γίνεται το «πρόσωπο» στο οποίο η φωνή απευθύνεται, συνιστά μια διάσταση (εγώ απευθύνομαι σε μένα, σε δυο μέλη μου) και ταυτόχρονα ταυτότητα (εγώ είμαι εγώ -και μήπως εγώ ένας άλλος;). Στην ενότητα αυτή επανέρχεται, μαζί με τη ζωή, ο χρόνος, και η στίξη-τελεία ως τέλος μιας πορείας -μεταφορικά και κυριολεκτικά- και ως αναστοχασμός της που οδηγεί στο ανοιχτό σημείο εκεί όπου θάνατος, ζωή και τώρα πλέον και αθανασία συναντιώνται. Η συνάντηση γεννά την έννοια του μέλλοντος ως «μια βόλτα ακόμα» ενώ «οι ιστορίες γράφονται από τα πέλματά μας.». Είμαστε άραγε και τόπος που περπατιέται; Είμαστε ο τόπος πάνω στον οποίο περπατάμε και γινόμαστε ένα με αυτόν; Το σώμα είναι τόπος πάνω στον οποίον εγγράφονται τα ίχνη της ζωής. Εντέλει και η ίδια η ζωή είναι τόπος απέναντι στο ου-τόπος του θανάτου. Στο ποίημα «Λέω τ’ όνομά σου», που διάβασα στην αρχή, ζωή και θάνατος φάνηκαν να αποτελούν ένα αξεδιάλυτο ζεύγος. Αυτό όσο και να αδυνατούμε να το παραδεχτούμε θυμίζει το γνωστό λαϊκό ρητό «το μόνο βέβαιο στη ζωή είναι ο θάνατος». Για να εναντιωθεί κάποια/ος σε αυτό μετασχηματίζει την αγωνία του θανάτου ή την απώλεια σε τέχνη. Παρηγορητικό; Πιθανόν, όπως δηλώνεται στο «Μια φορά», ποίημα που κλείνει θα έλεγα θριαμβικά την ενότητα «Ζωή». Έκανα αυτή τη σκέψη για τον τόπο κοιτάζοντας τις φωτογραφίες του βιβλίου -εξώφυλλο και εκείνες τις τρεις που ορίζουν κάθε ενότητα. Πρόκειται για εικόνες που συνομιλούν συνυποδηλωτικά με κάθε ενότητα: η πρώτη είναι το θαμπό, ίσως υπό βροχή, ερημικό τοπίο που παραπέμπει στην μοναξιά η δεύτερη, ο νέος χαραγμένος ήδη δρόμος που έχει κάποιο τέρμα, η τρίτη είναι εκείνη η απεραντοσύνη των χωραφιών με τα στάχυα όπου υποθέτουμε τον αέρα να χορεύει τα στάχια και το πέρασμα μιας μηχανής να έχει χαράξει ένα σχήμα. Συνομιλία με τα ποιήματα και ιδιαίτερη ερμηνεία συνοδεύει το βιβλίο. Σχολιάζω τη φράση του οπισθόφυλλου που δίνει το γενικό στίγμα του βιβλίου: «Ένα ντοκιμαντέρ λέξεων». Εδώ οι λέξεις επιχειρούν να «ελέγξουν» την εικόνα, να αποδώσουν τη χρονική συνέχεια. Στη συλλογή η απώλεια/θάνατος και η ζωή/τόπος-σώμα γίνονται λέξεις και εικόνες. Κάθε φορά που διαβάζω μια συλλογή αναρωτιέμαι τι κάνει και πώς το κάνει. Σκέφτομαι ότι το Ανοιχτό σημείο διαθέτει μια άλλου είδους ανοιχτότητα που δεν συνδέεται με τα νοηματικά φορτία επειδή ό,τι εννοούμε νόημα είναι ξεκάθαρο. Ξεκινά το βιβλίο αντλώντας από το χώρο του ατομικού αλλά εκβάλλει στο συλλογικό βίωμα του πένθους και του θανάτου. Γίνεται παράλληλα οδηγός επιβίωσης, ένα είδος μαθήματος, χωρίς όμως να υπάρχει ίχνος διδακτισμού στα ποιήματα. Αυτό γίνεται μέσω της καθαρής εξομολόγησης όπου καθαρότητα εννοώ την αφαίρεση κάθε φλυαρίας και την εστίαση στον πυρήνα του πένθους. Καθώς η συλλογή είναι δομημένη με τρόπο που περνά από τον αρχικό θρήνο στην επεξεργασία του τραύματος της απώλειας στην αποδοχή και στην επιστροφή αποτελεί μαθητεία. Κι αυτό είναι η ανοιχτότητα που προανέφερα: η δυνατότητα της αναγνωστικής επικοινωνίας. Γιατί πρόκειται για εκείνο το είδος ποίησης που είναι βαθιά και ανθρώπινο αφού οι ουσίες τους ζωή, μνήμη, αγάπη συγκροτούν την παραμυθητική πλευρά του πένθους κάτι που μας παρηγορεί, παρά το βάρος του. Ένας καίριος ποιητικός αναστοχασμός για τη συνάντηση με τον θάνατο και την α-θανασία. Μια πρόσκληση αποδοχής της ευαλωτότητας ως στοιχείο της ζωής". 📷 : John Gouzidis 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences