[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η ενόχληση της υπουργού Τουρισμού Όλγας Κεφαλογιάννη απέναντι στον Δούκα δεν αφορά, στην πραγματικότητα, τον τουρισμό. Αφορά το αν επιτρέπεται ακόμη σε έναν θεσμικό εκπρόσωπο της πόλης να ονομάζει...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Η ενόχληση της υπουργού Τουρισμού Όλγας Κεφαλογιάννη απέναντι στον Δούκα δεν αφορά, στην πραγματικότητα, τον τουρισμό. Αφορά το αν επιτρέπεται ακόμη σε έναν θεσμικό εκπρόσωπο της πόλης να ονομάζει την ασφυξία της χωρίς να περνά πρώτα από το τελωνείο της κυβερνητικής αισθητικής. Εδώ σαφώς δεν έχουμε απλώς μια διαφωνία για τα όρια της τουριστικής ανάπτυξης, αλλά την κλασική νεοφιλελεύθερη παθολογία της βιτρίνας: η πόλη μπορεί να πιέζεται, να αδειάζει από μόνιμους κατοίκους, να μετατρέπεται σε άθροισμα airbnb, να βλέπει το Κουκάκι, το Παγκράτι, τα Εξάρχεια, την Κυψέλη, το Ιστορικό Κέντρο να γίνονται διάδρομοι βαλίτσας, καφέ, κλειδαριάς, τραπεζοκαθίσματος και φωτογραφικής χρήσης, αρκεί να μη διαταραχθεί το εξαγώγιμο αφήγημα. Η Κεφαλογιάννη δεν υπερασπίζεται την Αθήνα. Υπερασπίζεται την εικόνα της Αθήνας όπως τη χρειάζεται το κεντρικό επιτελικό κράτος του Μητσοτάκη: λεία, καθαρή, εμπορεύσιμη, χωρίς τριβές, χωρίς ενοχλητικές λέξεις, χωρίς κατοίκους που μιλούν, χωρίς δήμαρχο που θυμίζει ότι κάτω από την τουριστική λάμψη υπάρχει μια πόλη που φθείρεται, ακριβαίνει, σπρώχνει τους ανθρώπους της προς τα έξω και έπειτα τους ζητά, για λόγους εθνικής προβολής, να μη φαίνονται θυμωμένοι. Ο Δούκας, με όλες τις πολιτικές αντιφάσεις που μπορεί κανείς να του καταλογίσει αλλού, σε αυτό το σημείο έχει δίκιο ακριβώς επειδή αρνείται την ηθική του εξωραϊσμού. Η φράση του ότι η Αθήνα δεν μπορεί να λειτουργεί σαν ένα τεράστιο ξενοδοχείο δεν είναι προσβολή της πόλης, είναι η πιο στοιχειώδης υπεράσπισή της. Προσβολή είναι να θεωρείται φυσιολογικό ότι ο δημόσιος χώρος οργανώνεται όλο και περισσότερο γύρω από τον επισκέπτη και όλο και λιγότερο γύρω από τον κάτοικο. Προσβολή είναι να βαφτίζεται «ανάπτυξη» η σταδιακή αδυναμία των ανθρώπων να μείνουν στις γειτονιές τους. Προσβολή είναι να ζητείται από μια πόλη να είναι φιλόξενη προς όλους εκτός από εκείνους που την κατοικούν καθημερινά. Και ακόμη μεγαλύτερη προσβολή είναι να εμφανίζεται ως εθνική ευθύνη η σιωπή απέναντι σε αυτόν τον εκτοπισμό, λες και ο πατριωτισμός της πόλης συνίσταται στο να υπομένει την εμπορευματοποίησή της χωρίς να χαλάει τη φωτογραφία. Παραπλανητικό, λοιπόν, δεν είναι να λες ότι η Αθήνα ασφυκτιά· παραπλανητικό είναι να παρουσιάζεις την ασφυξία ως επιτυχία, την εκτόπιση ως εξωστρέφεια, την ακρίβεια ως ζήτηση, τη διάλυση της κατοικίας ως δυναμισμό της αγοράς και την καθημερινή εξάντληση των υποδομών ως θρίαμβο του προορισμού. Το ταξικό βάθος αυτής της σύγκρουσης είναι προφανές. Ο υπερτουρισμός δεν είναι απλώς πολεοδομική δυσλειτουργία ούτε θέμα «ισορροπίας» ανάμεσα σε επισκέπτες και κατοίκους. Είναι μηχανισμός αναδιανομής προς τα πάνω: άλλος εισπράττει την υπεραξία της τοποθεσίας, άλλος μετατρέπει το ακίνητο σε επενδυτικό προϊόν, άλλος πουλάει εμπειρία, αυθεντικότητα και θέα, και άλλος δεν βρίσκει σπίτι, πληρώνει ακριβότερο ενοίκιο, στριμώχνεται σε λεωφορεία, ζει ανάμεσα σε ροδάκια αποσκευών, σκουπίδια, θόρυβο, υπερχείλιση, πεζοδρόμια που στενεύουν, εισόδους πολυκατοικιών που αλλάζουν κωδικούς, γειτονιές που χάνουν το μικρό καθημερινό τους λεξιλόγιο. Αυτή είναι η μεγάλη αντιστροφή: η πόλη που διαφημίζεται ως ζωντανή γίνεται όλο και πιο αφιλόξενη για τη ζωή που την έκανε ζωντανή. Και όταν ο δήμαρχος το λέει, η κυβέρνηση ενοχλείται όχι επειδή ακούει κάτι ψευδές, αλλά επειδή ακούει κάτι αληθές σε λάθος χώρο: στο εξωτερικό, εκεί όπου η χώρα προτιμά να εμφανίζεται ως ευτυχισμένο σκηνικό και όχι ως κοινωνία με συγκρούσεις, όρια, κόπωση, αδικία, κατοίκους που δεν θέλουν να γίνουν κομπάρσοι στη διεθνή κατανάλωση της ίδιας τους της πόλης. Το ζήτημα του τέλους ανθεκτικότητας είναι κεντρικό και όχι τεχνική λεπτομέρεια. Αν το κράτος εισπράττει στο όνομα της επιβάρυνσης που προκαλεί ο τουρισμός, τότε η πόλη που υφίσταται αυτή την επιβάρυνση δεν μπορεί να παραμένει επαίτης μπροστά στο υπουργικό ταμείο. Είναι θεσμικά προκλητικό να συγκεντρώνεται το οικονομικό όφελος στο κέντρο και να αφήνονται στον Δήμο η καθαριότητα, η φθορά, οι πιέσεις στις υποδομές, η αγανάκτηση των κατοίκων, η καθημερινή διαχείριση μιας πόλης που καταναλώνεται ταχύτερα από όσο μπορεί να ανανεώνεται. Ο Δούκας ζητά το αυτονόητο: ο πόρος που παράγεται από την κόπωση της πόλης να επιστρέφει στην πόλη. Όχι ως φιλανθρωπική παραχώρηση, όχι ως επικοινωνιακό επίδομα, όχι ως υπουργική μεγαθυμία προς την αυτοδιοίκηση, αλλά ως θεσμική υποχρέωση. Μια κυβέρνηση που θέλει να εισπράττει από την τουριστική χρήση της Αθήνας, αλλά δυσφορεί όταν ο δήμαρχός της περιγράφει τις συνέπειες αυτής της χρήσης, δεν υπερασπίζεται την ανάπτυξη αλλά το δικαίωμα να ιδιωτικοποιεί το κέρδος, να κρατικοποιεί την προβολή και να δημοτικοποιεί τη φθορά. Η Αθήνα δεν χρειάζεται άλλους τελετάρχες της εξωραϊσμένης της εικόνας. Χρειάζεται πολιτική που να καταλαβαίνει ότι η πόλη δεν είναι ούτε resort ούτε επενδυτικό φυλλάδιο ούτε φόντο για διεθνή lifestyle αφιερώματα. Είναι ένας δύσκολος, αντιφατικός, υπερφορτωμένος τόπος, που δεν μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει αδιάκοπα την ιστορία, το φως, την υλικότητα και την αντοχή του χωρίς να ρωτά ποιος μένει τελικά μέσα σε όλα αυτά. Σε αυτή τη σύγκρουση, ο Δούκας βρίσκεται στη σωστή πλευρά επειδή σπάζει το πιο ύπουλο ταμπού της κυβερνητικής αφήγησης: ότι η πόλη πρέπει να χαμογελά ενώ την ξενοικιάζουν από τους ανθρώπους της. Η κυβέρνηση δεν ενοχλείται επειδή ο Δούκας δυσφημεί την Αθήνα. Ενοχλείται επειδή της χαλάει το δικαίωμα να την πουλά ως εμπειρία, ενώ οι κάτοικοί της αποσύρονται σιγά σιγά σαν ανεπιθύμητοι κομπάρσοι από την ίδια τους την πόλη. 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences