[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Οι άνδρες Ο Θωμάς ήταν ψηλός για την ηλικία του. Δεν πείραζε κανέναν, ούτε ζητούσε καυγάδες. Όμως ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει «άντρα με πυγμή». Τον έστειλε πέντε χρόνια στο καράτε για να μην...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Οι άνδρες Ο Θωμάς ήταν ψηλός για την ηλικία του. Δεν πείραζε κανέναν, ούτε ζητούσε καυγάδες. Όμως ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει «άντρα με πυγμή». Τον έστειλε πέντε χρόνια στο καράτε για να μην φοβηθεί ποτέ και κανέναν. –Μην αφήσεις ποτέ κανένα να σηκώσει χέρι απάνω σου. Εάν προσπαθήσει, να του σπάσεις τα μούτρα. Σαν άνδρας. Άντρας… εδώ στην επαρχία που μεγαλώνεις είναι αυτός που δεν μασάει. Που δεν σκύβει το κεφάλι. Που άμα τον κοιτάξουν στραβά, δεν κάνει πίσω. Που άμα τον πειράξουν, δεν το καταπίνει. Που άμα χρειαστεί… σηκώνει χέρι. Όμως στο καράτε ο Δάσκαλος του δίδασκε αυτοσυγκράτηση: -Ο άντρας δεν φαίνεται από το πόσο δυνατά χτυπάει, Θωμά. Φαίνεται από το πόσο δυνατά μπορεί να κρατήσει τον εαυτό του. Άντρας είναι αυτός που ξέρει πότε να σταματήσει. Πότε να μιλήσει. Πότε να σωπάσει. Και πότε να φύγει. Μία μέρα, στο διάλειμμα στο σχολείο η αυλή έβραζε από φωνές, μπάλες και φτηνές παλικαριές. Τρία μεγαλύτερα παιδιά, από αυτά που πάντα κυκλοφορούν ως αγέλη, πλησίασαν ένα μικρότερο μαθητή. Ο ένας του πέταξε το κρουασάν. Ο άλλος γέλασε. Ο τρίτος, ο Μάκης, ο «αρχηγός», τον έσπρωξε προς τον άλλον και εκείνος στο διπλανό. Το παιδί ήταν τρομαγμένο. Ο Θωμάς τους είδε. Πήγε ήσυχα και στάθηκε ανάμεσά τους. – Αφήστε τον ήσυχο ρε παιδιά. Ο Μάκης τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. – Τι είσαι ρε, ο προστάτης των αδυνάτων; – Όχι. Απλά δεν θεωρώ σωστό τρεις εναντίον ενός μικρού παιδιού. Η σιωπή κράτησε δυο δευτερόλεπτα. Μετά, ήρθε το σκαμπίλι. -Τώρα είμαι μόνος μου. Για να δούμε τι μπορείς να μου κάνεις; Ο Θωμάς δεν έκανε τίποτα. Ούτε αμύνθηκε, ούτε ανταπέδωσε. Μόνο έπιασε το παιδί από τον ώμο και το οδήγησε πιο πέρα, ήρεμα. Πίσω τα γέλια και οι ειρωνείες της παρέας ακούστηκαν σε όλη την αυλή. Ο πατέρας μπήκε στο σπίτι με τις φλέβες του λαιμού φουσκωμένες. – Έμαθα στο καφενείο ότι έφαγες χαστούκι και δεν έκανες τίποτα; – Δεν χρειάστηκε. – Δεν χρειάστηκε; Τόσα χρόνια στο καράτε για να γυρνάς πίσω με το μάγουλο κόκκινο και ύφος σαν να μην συνέβη τίποτα; Όλοι γελούσαν στο καφενείο. – Ήταν ένας ανόητος τσαμπουκάς, μπαμπά. Δεν πήγα καράτε για να χτυπάω, αλλά για να ξέρω πότε δεν πρέπει να χτυπήσω. – Τι είναι αυτά που λες; Δηλαδή τι; Να μην απαντάς, να σε παίρνουν όλοι στο ψιλό. Να νομίζουν ότι δικός μου γιος είναι φοβητσιάρης! Να με κοιτούν όλοι με λύπηση στο καφενείο; – Όποιος χτυπάει για να αποδείξει ότι δεν φοβάται, φοβάται πιο πολύ απ’ όλους, μόνο που δεν το ξέρει. Ο δάσκαλος στο καράτε μου λέει: Δεν είναι το χέρι που κάνει τον άντρα. Είναι το μυαλό. – Τι να το κάνω εγώ το μυαλό σου άμα σε κάνουν γιο-γιο μπροστά σε όλους και δεν αντιδράς; Ε; Αυτό σε έμαθα; Να χαμηλώνεις το κεφάλι και να το παίζεις διαλογιστής; – Δεν το έπαιξα τίποτα. Απλώς κράτησα την ψυχραιμία μου. – Ψυχραιμία; Άσε μας ρε Θωμά! Αυτό δεν είναι ψυχραιμία. Αυτό είναι κότα. Και μη με κοιτάς έτσι με τα ήρεμα μάτια σου, γιατί εγώ θυμάμαι ένα παιδί που τον έτρεχα για να γίνει άντρας. Δεν σου έμαθα να τρως σφαλιάρες και να λες "ευχαριστώ". Ο Θωμάς τον άκουγε με ηρεμία χωρίς να λέει τίποτα. – Άκουσέ με καλά, Θωμά. Αν ξαναγίνει αυτό, αν σε ξαναχαστουκίσει άνθρωπος κι εσύ σταθείς εκεί σαν το κούτσουρο και με κοιτάς σαν να μη σε νοιάζει, τότε μην ξαναγυρίσεις εδώ. Μην πατήσεις το πόδι σου σ’ αυτό το κατώφλι. Δεν θέλω να ξέρω πως είσαι γιος μου. Ο Θωμά στεναχωρήθηκε. Δεν μίλησε. – Πήγαινε σε κανένα μοναστήρι. Εκεί είναι ο τόπος σου. Εκεί που γυρνάνε και το άλλο μάγουλο και λένε και "ευλόγησον". Εκεί να πας. Να σε μάθουν πώς να σκύβεις το κεφάλι, να φοράς ράσο, να λες μετάνοιες και να περιμένεις την επόμενη φάπα με τα χέρια σταυρωμένα. Στράφηκε πάλι κατά πάνω του. – Εγώ δεν σε μεγάλωσα για αυτό. Εγώ σε ήθελα λεβέντη, να μη φοβάσαι, να δίνεις πίσω όταν σε χτυπούν. Αλλά εσύ… εσύ δεν είσαι τίποτα απ’ αυτά. Σπατάλησα χρόνια, ιδρώτα, λεφτά… για τι; Για να μου γυρίσεις έτσι; Να ντρέπομαι να βγω στο δρόμο; Ο Θωμάς ένιωθε άσχημα για τα λόγια του πατέρα. Τον πονούσαν περισσότερο από το χαστούκι. Μόνο είπε: – Κι αν ο κόσμος ήταν γεμάτος γιους σαν εμένα, πατέρα… ίσως να μην έκλειναν σπίτια από ανόητους καυγάδες. Την ίδια ώρα στο σπίτι του Μάκη υπήρχε διαφορετική ατμόσφαιρά. Η πατέρας του τον περίμενε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. -Καλώς το παλικάρι μου είπε με περηφάνια. Έμαθα στο καφενείο πως χαστούκισες τον γιο του Μανώλη και δεν τόλμησε ούτε στα μάτια να σε κοιτάξει. -Έκανα αυτό που μου ζητάς να κάνω πατέρα. Όμως δεν ένιωσα και τόσο καλά με τον τρόπο που με κοίταζε. Είναι σαν να μ’ έφτυσε. -Αύριο κάνε τον να μετανιώσει γι αυτό. -Μα πατέρα γιατί να το παρατραβάμε; Δεν μου έκανε και τίποτα. -Για να βλέπω τον πατέρα του να φεύγει από το καφενείο με τα μούτρα στο πάτωμα. Όπως σήμερα. Την επόμενη μέρα, ο Θωμάς ευχότανε να μην είχε άλλα μπλεξίματα. Έκατσε σε μια γωνιά για να μην φαίνεται. Όμως ο Μάκης τον είδε. — Ήρθε ο ήρεμος. Ο γκουρού. Για να μας κάνει μάθημα δειλίας. Τα γέλια της παρέας ακούστηκαν σε όλη την αυλή. Όλα τα παιδιά σταμάτησαν με ότι έκαναν και μαζεύτηκαν γύρω από τους δύο. Ο Θωμάς ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Δεν φοβότανε τον Μάκη, αλλά τον πατέρα του. — Για πες, ρε. Τι θα κάνεις αν σου ρίξω άλλη μία; Ο Θωμάς δεν μίλησε. Ο Μάκης τον έριξε πάλι ένα χαστούκι. — Μίλα, ρε κότα. Τα λόγια του πατέρα του τον τρυπούσαν σαν αγκάθια: «Αν ξαναγίνει, μην ξαναγυρίσεις σπίτι.» «Δεν θέλω γιο που με ρεζιλεύει.» «Θέλω να περπατώ περήφανος στο δρόμο. Να ανταποδίδεις όταν σε χτυπούν.» Ετοιμαζότανε και για δεύτερο χαστούκι όταν ο Θωμάς άπλωσε το δεξί του χέρι και έπιασε την παλάμη του Μάκη. Του την γύρισε και αυτός διπλώθηκε μπροστά του. Άρχισε να κλαίει από τον πόνο. Ο Θωμάς χαλάρωσε το σφίξιμο και τον άφησε ελεύθερο. Ο Μάκης έτριψε το χέρι του. Γύρω του όλη η αυλή τον κοίταζε κοροϊδευτικά. Κανείς δεν συμπαθούσε τον νταή του σχολείου. Σηκώθηκε και όρμησε ύπουλα από πίσω να χτυπήσει τον Θωμά. Εκείνος τον απέφυγε εύκολα και του έδωσε μια σπρωξιά για να τον απομακρύνει. Ήταν δυνατή. Πιο δυνατή απ’ όσο χρειάζονταν. Ο Μάκης παραπάτησε. Ένα βήμα πίσω. Ένα δεύτερο. Και μετά το κεφάλι του βρήκε το τσιμέντο. Το ασθενοφόρο ήρθε. Οι δάσκαλοι έτρεχαν. Τα παιδιά έκλαιγαν. Ο Θωμάς κοίταζε με τα χέρια του να τρέμουν. Ο πατέρας του έφτασε λαχανιασμένος. — Τι έκανες, Θωμά; Η φωνή του είχε τώρα τρόμο. —Αυτό που ήθελες πατέρας. Ανταπέδωσα. Πέρασαν στον Θωμά χειροπέδες. Ο πατέρας του στάθηκε δίπλα στο περιπολικό. Δεν ήταν πια ο περήφανος πατέρας που είχε δυνατό γιο που δεν σήκωνε μαγκιές, αλλά ο πατέρας που κατέστρεψε τη ζωή του παιδιού του. Οι γιατροί είπαν ότι ο Μάκης θα ζούσε, αλλά ως φυτό. Το μυαλό του είχε σβήσει από το χτύπημα. Στο σπίτι του Μάκη, ο πατέρας του καθόταν μόνος στην κουζίνα. Κάθε τόσο σήκωνε το βλέμμα προς το δωμάτιο του γιου του. Μόνο ησυχία. Η πιο βαριά τιμωρία για έναν άνθρωπο που νόμιζε πως η δύναμη κληρονομείται με χαστούκια. Τώρα το σπίτι του άδειο, καταλάβαινε πως ότι έχτιζε τόσα χρόνια είχε γκρεμιστεί από τον ίδιο. Οι μέρες έγιναν μήνες. Ανακρίσεις. Δικαστήρια. Εκθέσεις ψυχολόγων. Η μάνα του Θωμά να κλαίει. Το ίδιο και του Μάκη. Οι πατεράδες να σιωπούν. Ο Θωμάς κουβαλούσε το βάρος μόνος του κάθε μέρα. Ένιωθε το κόστος του ανδρισμού στο πετσί του. Στο επισκεπτήριο ο πατέρας του ζητούσε συγγνώμη. — Εγώ φταίω για όλα, είπε. Σε ήθελα άνδρα και κατέστρεψα την εφηβεία σου και ολόκληρη τη ζωή σου. Δεν αξίζω τη συγχώρεσή σου. Εγώ σε έσπρωξα στη φυλακή. — Όχι πατέρα. Εγώ δείλιασα και έσπρωξα τον Μάκη. Σου είχα πει ότι χτυπά μόνο όποιος φοβάται. Εκείνη τη στιγμή φοβήθηκα, όχι εκείνον, αλλά εσένα. Ο Θωμάς κατηγορήθηκε για βαριά σωματική βλάβη από αμέλεια Οι καθηγητές και οι μάρτυρες είπαν τι συνέβη και τις δύο ημέρες. Η ποινή ήταν με αναστολή. Όμως τα δύο αγόρια καταδικάστηκαν με την πιο σκληρή τιμωρία. Το ίδιο και οι πατέραδες. Μόνο που ο Θωμάς, κάθε φορά που έβλεπε τσιμέντο, θυμόταν τον ήχο και ο Μάκης δεν έβλεπε, ούτε άκουγε, ούτε μύριζε, ούτε γευότανε. Μόνο ανέπνεε. Παύλος Κωνσταντινίδης 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences