[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Εκεί που η γη αποφασίζει Μπάμπης Στέρτσος Η αυγή μας βρήκε όλους στη χαράδρα. Η ομίχλη ανέβαινε από τον Αώο και κολλούσε στα ρούχα, στα γένια, στις σκέψεις μας. Το ποτάμι έμοιαζε ήσυχο, μα κανείς από...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Εκεί που η γη αποφασίζει Μπάμπης Στέρτσος Η αυγή μας βρήκε όλους στη χαράδρα. Η ομίχλη ανέβαινε από τον Αώο και κολλούσε στα ρούχα, στα γένια, στις σκέψεις μας. Το ποτάμι έμοιαζε ήσυχο, μα κανείς από τους παλιούς δεν ξεγελιόταν. Ο Ζιώγας προχωρούσε μπροστά χωρίς βιασύνη, σαν άνθρωπος που ήξερε πως ο τόπος πρέπει πρώτα να τον δεχτεί για να του παραδοθεί. Τα μεγάλα γεφύρια δεν τα φτιάχνεις όπου σε βολεύει∙ τα φτιάχνεις όπου σε αφήνει η πέτρα και το νερό. Στεκόταν πότε στο χώμα και πότε στον βράχο, ακουμπούσε τη βέργα του, έσκυβε, άκουγε. Δεν κοιτούσε μόνο με τα μάτια· κοιτούσε με το σώμα ολόκληρο. Οι μαστόροι τον παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Κανείς δεν μιλούσε πριν μιλήσει εκείνος. «Εδώ στενεύει», είπε τελικά. «Κι εδώ κρατάει. Αν δεν μας γελάσει η γης.» Ξεκίνησαν τα σκαψίματα. Σκάψαμε πρώτα τα «θεμέλια» στα δυο αντικρινά. Όχι βαθιά όπως σκάβει κανείς για σπίτι ή για μάντρα—άλλο πράμα. Να βρεις βράχο «ζωντανό», να μη σε γελάσει χώμα σαθρό, γιατί ο Αώος, άμα φουσκώσει, παίρνει μαζί του και τα ψέματα. Κάθε χτύπημα της αξίνας ήταν δοκιμή. Το χώμα έφευγε, οι μικρές πέτρες παραμέριζαν, ώσπου φάνηκε ο βράχος. Σταθήκαμε όλοι πάνω του, σαν να ’ταν ζωντανός. Ο Ζιώγας γονάτισε, τον χτύπησε με τη βέργα. «Ζωντανός», είπε. Και μόνο τότε άρχισε πραγματικά το έργο. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως το γεφύρι δεν το χτίζει πρώτα ο άνθρωπος. Το επιτρέπει πρώτα η γη. Στην αρχή στήσαμε τα μαντριά και τα πρόχειρα καλύβια. Το μπουλούκι κοιμόταν κοντά στο έργο, να μη χάνεται ώρα σε δρόμους. Κι οι γυναίκες της πολιτείας, με το δικό τους μερίδιο στον κόπο, έστελναν καζάνια και ψωμιά, άλλες φορές με το αζημίωτο, άλλες φορές σαν τάμα—«να σταθεί το γεφύρι, να περάσει ο κόσμος». Στις κουβέντες τους ακουγόταν και το όνομα του Λούλη, που ’χε βάλει, έλεγαν, πενήντα χιλιάδες γρόσια μόνος του. Και κάθε βράδυ, γύρω απ’ τη φωτιά, οι παλιοί μιλούσαν για τη δουλειά σαν να μιλούσαν για μάχη. «Είναι μεγάλο το τόξο», έλεγε ο μάστορας ο Λευτέρης. «Μονότοξο, και να το κρατήσεις σωστό… θέλει νου.» «Θα σταθεί», αποκρινόταν ο Σταύρος. «Ο Ζιώγας το ’χει ξανακάνει.» Κάποιος ανέφερε και τη φήμη, ότι ο ίδιος πρωτομάστορας είχε πιάσει έργο και στο γεφύρι της Πλάκας λίγα χρόνια πριν . Κι η φήμη, σε μπουλούκι, είναι ψωμί: φέρνει δουλειές, φέρνει προσκλήσεις, φέρνει σεβασμό. πηγή: Χτίζοντας τη γέφυρα της Κόνιτσας, ήμουν κι εγώ εκεί! 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences