[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Μοναξιά του Τσομπάνου — Άνοιξη Βουνά της Πίνδου, Απρίλης 1959 Τον Θανάση η άνοιξη τον πονάει περισσότερο από τον χειμώνα. Γιατί; Τον χειμώνα, το βουνό είναι νεκρό. Χιόνι, σιωπή, θάνατος. Η μοναξιά...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Η Μοναξιά του Τσομπάνου — Άνοιξη Βουνά της Πίνδου, Απρίλης 1959 Τον Θανάση η άνοιξη τον πονάει περισσότερο από τον χειμώνα. Γιατί; Τον χειμώνα, το βουνό είναι νεκρό. Χιόνι, σιωπή, θάνατος. Η μοναξιά ταιριάζει. Είναι λογική. Αλλά την άνοιξη; Την άνοιξη το βουνό γλεντάει και αυτός είναι πάλι μόνος. Η άνοιξη στο μαντρί: Απρίλης. Τα χιόνια λιώνουν. Τα λαγκάδια γεμίζουν νερό. Η γη μυρίζει χώμα βρεγμένο και άγρια μέντα. Τα έλατα πετάνε καινούργια βελόνα, ανοιχτοπράσινη. Οι αγριοκουδουνίστρες ανθίζουν. Κίτρινες, μωβ, λευκές. Το βουνό φοράει τα καλά του. Και τα πρόβατα; Γεννάνε. Κάθε πρωί ο Θανάσης βρίσκει 2-3 καινούργια αρνιά στο μαντρί. Μικρά, τρεμάμενα, με μάτια υγρά. Βελάζουν για τη μάνα τους. Η Μπέλα γέννησε δίδυμα. Η Κανέλα, τρίδυμα φέτος. Το μαντρί γεμίζει ζωή. Ο Λύκος, ο σκύλος του, τρέχει σαν τρελός. Παίζει με τα αρνιά. Τα μυρίζει. Τα προσέχει λες και είναι δικά του. Και ο Θανάσης; Ο Θανάσης κάθεται σε μια πέτρα και τα κοιτάει. 46 χρονών πια. Η κάπα του πεταμένη δίπλα — ζεσταίνει ο ήλιος. Στο πρόσωπο οι ρυτίδες βαθύτερες. Αλλά τα μάτια του… τα μάτια του είναι το πρόβλημα την άνοιξη. Γιατί βλέπει τη ζωή να ξεπετάγεται παντού. Βλέπει τα αρνιά να πηδάνε, να παίζουν, να θηλάζουν. Βλέπει τα πουλιά να ζευγαρώνουν, να φτιάχνουν φωλιές. Ακούει τον κούκο. Ακούει το νερό που τρέχει. Ακούει το βουνό να ερωτεύεται. Κι αυτός; Αυτός πάλι μόνος. Με τη γκλίτσα και τη φλογέρα. Η μέρα που τον τσάκισε: Πρωτομαγιά. Κατεβαίνει λίγο πιο χαμηλά, να βρει καλύτερη βοσκή. Ακούει γέλια. Κρυφοκοιτάζει πίσω από τα πουρνάρια. Στο ξέφωτο, μια παρέα από το χωριό. Νέοι, κοπέλες. Ήρθαν να πιάσουν τον Μάη. Έχουν στεφάνια με λουλούδια στα μαλλιά. Ψήνουν αρνί. Πίνουν κρασί. Χορεύουν. Ένας παίζει κομπολόι και τραγουδάει. Μια κοπέλα, ίσα με 20 χρονών, φοράει φούξια μαντήλι. Γελάει. Το γέλιο της φτάνει μέχρι τον Θανάση. Του τρυπάει το στήθος. Θυμάται. 25 χρόνια πριν. Κι αυτός ήταν εκεί. Σε τέτοια πρωτομαγιά. Με την Λενιώ. Της είχε πλέξει στεφάνι με μαργαρίτες. Της είχε πει θα την κλέψει. Μετά ήρθε ο πόλεμος. Μετά ήρθε ο πατέρας του που αρρώστησε. Μετά ήρθε το μαντρί. Η Λενιώ παντρεύτηκε άλλον στο χωριό. Τώρα έχει εγγόνια. Ο Θανάσης σφίγγει τη γκλίτσα. Κάνει μεταβολή. Ανεβαίνει πάλι ψηλά, εκεί που δεν φτάνουν τα γέλια. Το βράδυ: Τα αρνιά κοιμούνται. Ο Λύκος ροχαλίζει. Το φεγγάρι είναι γεμάτο. Απριλιάτικο, κατακόκκινο. Ο Θανάσης βγάζει τη φλογέρα. Αλλά απόψε δεν παίζει μοιρολόι. Παίζει ένα τραγούδι που έλεγαν στις πρωτομαγιές. Ένα τραγούδι για αγάπη. Η φλογέρα κλαίει. Τα βουνά το ακούνε. Τα αρνιά ξυπνάνε και τον κοιτάνε. Ο Λύκος σηκώνει το κεφάλι. Όταν τελειώνει, ακουμπάει τη φλογέρα δίπλα. Ανάβει τσιγάρο. «Ρε Λύκο», λέει στον σκύλο. «Η άνοιξη είναι η πιο σκληρή εποχή για τον τσομπάνη. Το χειμώνα είσαι μόνος με τον θάνατο. Την άνοιξη είσαι μόνος με τη ζωή. Και η ζωή σε δουλεύει.» Ο Λύκος τον πλησιάζει. Ακουμπάει το κεφάλι στα γόνατά του. Ο Θανάσης του χαϊδεύει τα αυτιά. «Του χρόνου», ψιθυρίζει. «Του χρόνου θα κατέβω στο χωριό την Πρωτομαγιά. Θα φορέσω το καλό το πουκάμισο. Θα πιω ένα κρασί στην πλατεία.» Ξέρει ότι λέει ψέματα. Του χρόνου, πάλι εδώ θα είναι. Με τα αρνιά, με τον Λύκο, με τη φλογέρα. Γιατί η μοναξιά του τσομπάνου την άνοιξη δεν σπάει. Απλώς ανθίζει. Όπως τα αγριολούλουδα. Μόνη της, πάνω στην πέτρα. 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences