Μπορεί να είμαι πια 62, αλλά “πρώτο έρωτα” δεν αναζητούσα, μην τρελαθούμε… Κι όμως, όταν μια απ’ τις μαθήτριές μου αποφάσισε να μου πάρει συνέντευξη, έμαθα πως εκείνος με έψαχνε εδώ και 40 ολόκληρα...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Μπορεί να είμαι πια 62, αλλά “πρώτο έρωτα” δεν αναζητούσα, μην τρελαθούμε… Κι όμως, όταν μια απ’ τις μαθήτριές μου αποφάσισε να μου πάρει συνέντευξη, έμαθα πως εκείνος με έψαχνε εδώ και 40 ολόκληρα χρόνια. Κι αυτά, να σημειώσω, ήταν απλώς τα… προκαταρκτικά! Μετά από καιρό, ανακάλυψα το πραγματικό του παρελθόν – μα τι να λέμε, αυτά ούτε στις σαπουνόπερες της τηλεόρασης δεν γίνονται. Λοιπόν, 62 ετών και με μια θητεία στη διδασκαλία της λογοτεχνίας Γ’ Λυκείου που θα τη ζήλευαν και οι πιο “παλιοί”, η ζωή μου κυλούσε σαν το γλυκό καφεδάκι στα Κουκάκια: επιτηρήσεις στο διάδρομο, Σαίξπηρ με αναστεναγμούς, ψιλοχλιαρό τσάι και εκθέσεις που έρχονται σε ρυθμό με τα πλοία προς Πειραιά. Κάθε Δεκέμβρη βάζω το καθιερωμένο μου project: “Συνέντευξη με έναν μεγαλύτερο για την πιο έντονη χριστουγεννιάτικη ανάμνηση του”. Τα παιδιά το βλέπουν όπως το σπανακόρυζο στο σχολικό κυλικείο – με αγανάκτηση. Κι όμως, φέτος, η συγκρατημένη Ειρήνη ήρθε μετά το κουδούνι. «Κυρία Μαρία, μπορώ να σας πάρω εγώ συνέντευξη;» μου λέει, κρατώντας σφιχτά το χαρτί σαν να είναι εισιτήριο για την Επίδαυρο. Γελούσα: «Κορίτσι μου, εγώ έχω βαρετές αναμνήσεις. Πιάσε καμιά γιαγιά, κανέναν θείο, που να έχουν μια περιπέτεια να λένε!» Αλύγιστη όμως, «Όχι, εγώ θέλω εσάς.» Με κοίταξε με τη σοβαρότητα που νομίζει κάθε έφηβος ότι έχει. Τελικά, υποχώρησα: «Εντάξει, αλλά να ξέρεις – αν με ρωτήσεις για παραδοσιακούς κουραμπιέδες, θα είμαι αμείλικτη!» Χαμόγελο αστραπή η Ειρήνη: «Συμφωνήσαμε!» Ώρα για ταξίδι στο παρελθόν Την επόμενη μέρα, μόλις έμεινε μόνη μου στην άδεια τάξη, έβγαλε τετράδιο, κάθισε απέναντί μου κι άρχισε τις ερωτήσεις. «Πώς ήταν τα Χριστούγεννα όταν ήσασταν μικρή;» Εγώ, λοιπόν, είπα για τον καταστροφικό κουραμπιέ της μάνας μου, τον μπαμπά που έβαζε τα Χριστουγεννιάτικα του Χατζιδάκι στο πικάπ, και για την χρονιά που το φυσικό μας έλατο λύγισε σαν να ’χε περάσει δυο θητείες στο δημόσιο. Αλλά μετά ήρθε το προσωπικό. «Να ρωτήσω κάτι πιο προσωπικό; Είχατε ποτέ κάποιον έρωτα, κάποιο φλερτ τις γιορτές;» Νιώθω σαν κάποιος να έριξε μπουγάδα στην καρδιά μου. «Με τον Αλέξη…» του εξομολογήθηκα. «Νιάτα τρελά – όνειρα κι αγνοια για το τι έρχεται…» Ψάξε-ψάξε, χρόνια σαράντα (και όχι σαρανταράκια) Μερικές μέρες μετά, η Ειρήνη έρχεται μ’ ένα κινητό και λάμψη στα μάτια. «Κυρία Μαρία, νομίζω τον βρήκα!» «Ποιον;» ρωτώ καχύποπτα. Περιχαρής μου δείχνει μήνυμα στη σελίδα “Αναζητήσεις Παλιών Φίλων”: «Ψάχνω την κοπέλα που αγάπησα πριν 40 χρόνια». Μου κόπηκαν τα γόνατα. Η φωτογραφία; Εγώ, 17 χρονών, με μπλε παλτό και κενό ανάμεσα στα μπροστινά δόντια – τότε το μόντελινγκ Τουίντα δεν υπήρχε… «Να του στείλω μήνυμα;» με ρωτά – κι εγώ, όλο βούρκωμα, κουβέντα δε βγάζω. Όταν τελικά συνδέθηκε η γραμμή, μια ελπίδα άνθισε μέσα μου: πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, κάποιοι δεν ξεχνιούνται. Και βρεθήκαμε! Κανονίσαμε ραντεβού σε καφετέρια στο Κολωνάκι (να είναι και λίγο Bluetooth το WiFi, είπαμε). Διάλεξα ρούχα που φώναζαν “Εγώ είμαι”, όχι “Παντελής πανικός”. Η μεγάλη συνάντηση Όταν τον είδα, το πρόσωπο είχε αλλάξει λίγο, αλλά στα μάτια του έγραφε ακόμα “ζεστασιά”. «Μαρία…» μου ψυθύρισε, και για μια στιγμή, χρόνος και μνήμη έγιναν μακαρόνια. Η κουβέντα; Μια περιδίνηση από ‘κει στα παλιά, στους πανηγυρισμούς και τα παθήματα, μέχρι τα μυστικά που φυλάγαμε τόσα χρόνια. «Για μένα, ήσουν κάτι μοναδικό όλα αυτά τα χρόνια» μου είπε… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους