«Άνοιξη» Ιστορία για τη Βλάχα που πήρε νερό από το ποτάμι Πίνδος. Ασπροπόταμος. Μάρτης του 1978. Χαράματα. Η ομίχλη δεν έχει φύγει ακόμα από το ποτάμι. Την λένε Λενιώ. 20 χρονών. Κοιμάται στο κονάκι...
25#
Πλήρες Κείμενο:
«Άνοιξη» Ιστορία για τη Βλάχα που πήρε νερό από το ποτάμι Πίνδος. Ασπροπόταμος. Μάρτης του 1978. Χαράματα. Η ομίχλη δεν έχει φύγει ακόμα από το ποτάμι. Την λένε Λενιώ. 20 χρονών. Κοιμάται στο κονάκι με τις αδερφές της. Πέντε κορίτσια, ένα δωμάτιο. Η μάνα τις ξυπνάει πριν λαλήσει ο πετεινός. «Σήκω Λενιώ, το νερό. Θα έρθουν οι άντρες από το μαντρί». Φοράει βιαστικά τη φορεσιά. Μαύρο βελούδινο γιλέκο που της κέντησε η γιαγιά. «Για να σε ζηλέψουν, κόρη μου». Άσπρο πουκάμισο με δαντέλα. Η μάνα την μάλωσε χτες: «Θα το λερώσεις στο ποτάμι». «Ας το λερώσω, μάνα. Άνοιξη είναι. Θέλω να είμαι όμορφη». Κατεβαίνει στο ποτάμι μόνη. Το χιόνι έλιωσε πριν μια βδομάδα. Το νερό τρέχει ορμητικό, παγωμένο. Βρύα στις πέτρες. Πρώτα αγριολούλουδα. Κίτρινα, μικρά. Η άνοιξη στην Πίνδο δεν έρχεται με φωτογραφίες. Έρχεται με κρύο. Γονατίζει. Σηκώνει τα μανίκια. Το νερό την κόβει. Βουτάει το χάλκινο κανάτι. Το κρατάει κόντρα στο ρεύμα να γεμίσει. Σταγόνα-σταγόνα. Υπομονή. Όπως της έμαθε η μάνα. Και τότε τον ακούει. Βήματα στις πέτρες. Σφυρίζει. Ο Μήτσος. Του Θανάση του τσέλιγκα ο γιος. 23 χρονών. Γυρνάει από το μαντρί. Μαύρα μάτια, μουστάκι που μόλις πετάχτηκε. Η Λενιώ δεν σηκώνεται. Συνεχίζει να γεμίζει το κανάτι. Αλλά τα μάγουλά της κοκκινίζουν. Όχι από το κρύο. «Βαρύ το κανάτι, Λενιώ» της λέει. «Βαρύ, αλλά το σηκώνω» του απαντάει χωρίς να τον κοιτάξει. «Να σε βοηθήσω;» «Οι Βλάχες δεν θέλουν βοήθεια, Μήτσο». Ψέματα. Θέλει. Αλλά αν την δει ο πατέρας της να τη βοηθάει άντρας, θα γίνει καβγάς. «Τιμή, Λενιώ. Η τιμή μας είναι το νερό που κουβαλάμε μόνες». Ο Μήτσος γελάει. Ξέρει. Κάθεται σε μια πέτρα παραδίπλα. Δεν φεύγει. Δεν μιλάει. Απλώς την κοιτάει. Πώς τα χέρια της κοκίνισαν από το νερό. Πώς οι κοτσίδες της με τις κόκκινες κορδέλες ακουμπάνε στις πέτρες. Πώς είναι 20 χρονών και κουβαλάει όλο το βουνό στους ώμους. Το κανάτι γέμισε. Η Λενιώ σηκώνεται. 15 κιλά νερό. Λυγίζει λίγο, αλλά ισιώνει. Βλάχα είναι. Ο Μήτσος κάνει να σηκωθεί. Να βοηθήσει. Του ρίχνει ένα βλέμμα. «Μη». Περπατάει. Ξυπόλητη στις πέτρες. Το κανάτι στον ώμο. Δεν τρέμει. Δεν γέρνει. Αλλά νιώθει το βλέμμα του στην πλάτη. Και της αρέσει. Στα μισά του δρόμου, ακούει πίσω της: «Λενιώ… Την Κυριακή στο πανηγύρι του Αη-Γιώργη… θα φορέσεις τα φλουριά;» Δεν γυρίζει. Χαμογελάει μόνο. «Ίσως». Καλοκαίρι του 1978. Στο πανηγύρι του Αη-Γιώργη, η Λενιώ φόρεσε τα φλουριά. Όλα. Της μάνας της, της γιαγιάς της. Χόρεψε πρώτο τον χορό με τον Μήτσο. Ο πατέρας της δεν μίλησε. Έκανε μόνο νόημα στον Θανάση τον τσέλιγκα. «Συμπέθεροι». Άνοιξη του 1979. Η Λενιώ κατεβαίνει πάλι στο ποτάμι. Γονατίζει. Γεμίζει το κανάτι. Αλλά τώρα δεν είναι μόνη. Στην πλάτη της, δεμένο με τη βλάχικη μαντανία, ένα μωρό. 3 μηνών. Ο μικρός ο Θανάσης. Και στην όχθη, ο Μήτσος. Δεν κάθεται πια παραδίπλα. Κρατάει το άδειο κανάτι. Περιμένει να το γεμίσει αυτή. Γιατί η τιμή της Βλάχας είναι να παίρνει το νερό μόνη. Αλλά η τιμή του Βλάχου είναι να το κουβαλάει αυτός μετά. Αυτή είναι η άνοιξη στην Πίνδο. Δεν έχει λουλούδια στα περιοδικά. Έχει παγωμένο νερό, κόκκινα μάγουλα, και φλουριά που λαμπυρίζουν. Έχει κορίτσια 20 χρονών που γονατίζουν στο ποτάμι. Και σηκώνονται γυναίκες. Έχει αγάπη που δεν λέγεται. Λέγεται μόνο με ένα βλέμμα: «Βαρύ το κανάτι, Λενιώ». «Βαρύ, αλλά το σηκώνω». Και μετά το σηκώνουν μαζί. 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους