Συμφωνία Αγάπης Δανάη καθόταν μόνη της στο τεράστιο τραπέζι, σκεπασμένο με γυαλιστερά περιοδικά γάμου που πότε ‘χαν λευκή δαντέλα, πότε λεπτές πτυχώσεις, πότε ασημένια νήματα στις φωτογραφίες τους...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Συμφωνία Αγάπης Δανάη καθόταν μόνη της στο τεράστιο τραπέζι, σκεπασμένο με γυαλιστερά περιοδικά γάμου που πότε ‘χαν λευκή δαντέλα, πότε λεπτές πτυχώσεις, πότε ασημένια νήματα στις φωτογραφίες τους. Έβλεπε κάθε λεπτομέρεια σαν να διαλύεται μόλις ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα – όλα τα ακούμπαγε με το μυαλό, όλα ήθελε να της ανήκουν: το κατακόκκινο ρόδινο κραγιόν της νύφης, τις σύννεφες από τούλι, τις γυμνές ώμους που έπλεαν σ’ ένα θαμπό φως σαν της θάλασσας τη φούσκα. Κρατούσε τις εικόνες αυτές στα χέρια της και σκεφτόταν: “εγώ, είμαι εγώ εδώ μέσα;” Ένα ρεύμα χαράς ανέβαινε μέσα της, σαν θρόισμα ελιάς: έβλεπε τον εαυτό της να περπατά αργά προς τον άντρα της ίσιως, με κεφάλι ψηλά και καρδιά που χτυπά σαν τζιτζίκι Κυκλαδίτικο. —Υπέροχο…, ψιθύρισε, χαϊδεύοντας με το βλέμμα ένα ρούχο πλημμυρισμένο λευκό, απαλό κι αέρινο, ίσα που το κρατούσε η φωτογραφία μπρος της. Η αίσθηση όμως εξατμίστηκε γρήγορα σαν ατμός σε προσήλιο καλοκαιρινό. Με μια κίνηση έπιασε τον εαυτό της· αναστέναξε βαθιά, άφησε το περιοδικό να γλιστρήσει στο τραπέζι και σηκώθηκε αργά αργά. Βρέθηκε μπροστά στον ψηλό καθρέφτη με την περίτεχνη κορνίζα, τεντώθηκε και σύρθηκε με τα μάτια στο σώμα της. Γύρισε πλαϊ, έγειρε ελαφρά τη μέση, δοκίμασε να δει τον εαυτό της αλλιώς, σαν ξένος: “Αυτό το ονειρικό φόρεμα, θα μου ταίριαζε ποτέ;” —Δεν θα το ‘ντεχνα… είπε δυνατά πια, σα να επέβαλλε ένα βαρύ διάταγμα. —Το σώμα μου δεν χορεύει όπως το θέλουν τα περιοδικά. Γύρισε άλλη μία στην περιστρεφόμενη σκιά του καθρέφτη, έβαλε στο μυαλό της τη φαντασία: τεράστια φούστα, στενό μπούστο, υφάσματα στοιβαγμένα σαν μαξιλάρια στο πατάρι της γιαγιάς της. Αστραπιαία δυσφόρησε. —Να βρω κάτι απλό… ψέλλισε, σαν να εξομολογείται στο αόρατο κορίτσι της νύχτας. —Τα βαρύγδουπα, αυτά που φουσκώνουν τη μέση, τέλος—μοιάζω, λέει, σα να κουβαλώ όλα τα νυχτέρια της Ξάνθης! Αλλά την άλλη, δεν γίνεται να παντρεύομαι με κάτι τυχαίο! Δεν παντρεύομαι κάθε μέρα. Με ένα νευρικό χέρι τράβηξε τα καστανά μαλλιά, ένιωσε κάτι σαν άγχος χελιδονιού την άνοιξη: τόσες ιδέες πετούν, τίποτα όμως δεν με γεμίζει! Ξανακοίταξε τα περιοδικά που είχαν στραπατσαριστεί πάνω στο τραπέζι, μα οι σελίδες γυάλιζαν μόνες —ονειροπαρμένες και κουρασμένες, όπως η ίδια. Η ελπίδα περπατούσε στα νύχια, μα δεν ερχόταν. —Χρειάζομαι κουβέντα, ψιθυρίζει στο παλιό της κάθισμα, κάπως μαγκωμένη— πριν μου φύγει το μυαλό απ’ τις ατέρμονες ετοιμασίες. Ένα χτύπημα πόρτας τίναξε τη σιωπή, το παλιό σπίτι έτριξε σαν φλυαρία στο πηγάδι. Η Δανάη πετάχτηκε, καρδιά στα δόντια. Ποιος μπαίνει σπίτι της τέτοια ώρα; Το μυαλό της έτρεξε: Κλειδιά δεν έχουν παρά μόνο δύο—ο πατέρας της και ο Ανδρέας, ο μνηστήρας της. Και σήμερα; Σήμερα κι οι δυο απασχολημένοι ήταν: ο πατέρας της σε μεγάλη, σχεδόν μυθική, σύσκεψη για το εργοστάσιο στου Ρέντη, ο Ανδρέας κάπου για δουλειές που ‘χε πει, νωρίς το πρωί φεύγοντας. Η Δανάη στάθηκε ακίνητη, αυτιά τεντωμένα στη βουή: και αν μπαίνει κλέφτης; Τέτοια ώρα το σπίτι σχεδόν πάντα άδειο από ανθρώπους και γεμάτο φαντασιώσεις. Η ραχοκοκαλιά της ανατρίχιασε. Ανάσανε βαριά και γλίστρησε σχεδόν αθέατη στη σκάλα που ένωνε τα δύο πατώματα. Από το σαλόνι, μέσα απ’ τη λεπτή σκιά της κολώνας, έβλεπε καθαρά την πόρτα. Καραδοκούσε σαν κουκουβάγια πριν τη νύχτα. Όμως ήταν ο Ανδρέας. Η στάση του τυπική, η πλάτη του γνώριμη: έβγαλε με μια κίνηση τα παπούτσια, γελοία σχεδόν νευρικά, τα πέταξε στην άκρη και σφύριξε έναν ήχο από παλιό λαϊκό των Αθηνών. —Ανδρέα; ψιθύρισε με απορία η Δανάη. —Δεν ήσουν σε δουλειά...; Η χροιά του άλλαξε, μίλησε σε ένα τηλέφωνο με φωνή σαν νυχτερινό ψίθυρο στην παραλία της Σύρου, σχεδόν τρυφερός: —Κυριακούλα, κάνε λιγάκι υπομονή… Ελάχιστα έμειναν. Θα τελειώσει το συμφωνητικό, κι εμείς θα είμαστε μαζί. Η καρδιά της Δανάης κουλουριάστηκε. Έσφιξε τα δάχτυλα στον τοίχο, να μη φωνάξει. Τι συμφωνία είναι αυτή; Και ποια είναι η Κυριακούλα; —Όχι πολύ ακόμη. Μόνο έξι μήνες, απάντησε ψυχρά ο Ανδρέας—αντί για αγάπη, συμβόλαια! Σε ένα μήνα παντρευόμαστε, είπε, μετά κάποιους μήνες αναγκασμένης συνύπαρξης… Η φωνή του ακούστηκε σα να δοκίμαζε ξινή μαστίχα, κάτι μισητό. Η Δανάη έκλεισε τα μάτια της δυνατά. Ο γάμος τους, απλώς μέρος συμφωνίας; —Τι κάνει ο Μιχάλης Δεληγιάννης μετά, δε με νοιάζει, είπε ο Ανδρέας όλο και ψυχρότερα, Σαν να πετάει ένα ρούχο σε παλιατζή. —Μόλις καταθέσουν στον λογαριασμό μου τα υπόλοιπα ευρώ, φεύγω. Η Δανάη παραλίγο να γονατίσει από το χτύπημα. “Ψέματα όλα… Ψέματα!” Ξανατραβήχτηκε στα σκοτάδια, τα μάτια της θολά. Ο πατέρας της, μέσα στα γρανάζια τούτου του δόλιου σχεδίου. Συμβόλαια, αμοιβές. Ήθελε να ουρλιάξει, μα η φωνή έμεινε ακίνητη στα χείλη. Εκεί όμως, κοντά στο αόριστο της κουβέντας, στάθηκε ακόμα –ίσως θα ακούσει κάτι. Κρατήθηκε σαν άγκυρα πάνω στη ρηχότητα. Ο Ανδρέας βολεύτηκε στη βαριά πολυθρόνα, άπλωσε τα πόδια χαζεύοντας έξω, ανυποψίαστος για τη γυμνή, παρακολουθητική σιγή δύο μέτρων πιο πάνω. —Τι στεναχωριέσαι; είπε γέρνοντας το κεφάλι—μόνο εσένα αγαπώ! Όλα αυτά για σένα τα κάνω. Δεν θέλεις σπίτι στο Κολωνάκι; Να φοράς πανάκριβα κοσμήματα; Πόσα να βγάλω σαν λογιστής; Μισό χρόνο ακόμα, μαζί θα ‘μαστε. Στο υπόσχομαι. —Όχι, θα είμαστε πολύ νωρίτερα, είπε η Δανάη, και η φωνή της έσπαγε τα μεσοτοιχία όπως το φως στις Κυκλάδες. Βήμα-βήμα κατέβηκε τη σκάλα, τα γόνατα έτρεμαν, αλλά έπρεπε. Δεν δικαιούσε κανένας να της γκρεμίζει έτσι τη ζωή. Ο Ανδρέας πετάχτηκε. Το πρόσωπο του έγινε ωχρό, τα μάτια του άνοιξαν σαν κουκουναριές στη φωτιά. Το κινητό του χτύπησε το πάτωμα, η φωνή βούτηξε στις σκιές. —Γατούλα μου; τραύλισε, ψάχνοντας παλιά συνήθεια. —Τι εννοείς, καρδιά μου; Άπλωσε το χέρι, να την πιάσει, όπως τόσες βδομάδες πριν· μα η Δανάη έκανε πίσω, το πηγούνι ίσιο, βλέμμα αγέρωχο. Το χάδι του ήταν άδειο. —Γατούλα… είπε, κι η φωνή της ήταν λαβωματιά. —Στα αλήθεια; Νομίζεις ότι δεν άκουσα τίποτα; Ήταν μπροστά του πια, κι έψαχνε τα μάτια του για ίχνος Μετάνοιας, όμως βρήκε μόνο φόβο και ένα καμένο, μισοψήφιο ψέμα. —Η Κυριακούλα… Είναι αυτή που λες αδελφή σου στα άλλα; ψύχρα, χωρίς έλεος στη χροιά της. Ο Ανδρέας τρεμόπαιξε. Έσκυψε να πιάσει το κινητό, λες κι αυτό θα τον σώσει. Τα δάχτυλά του έτρεμαν. —Κάτι μπερδεύεις, τέλος πάντων, ψέλλισε με φωνή σαν ρουτίνα, —Γιατί Κυριακούλα; Μυαλό σου βάζει τέτοια. Έκανε να τη γραπώσει, αλλά η Δανάη λες και χτυπήθηκε από αστραπή. —Όλα τα κατάλαβα, είπε με μια ειρωνεία που έκαιγε—σε άκουσα πως χαϊδευόσουν με τη “συνομιλήτρια” σου! Τα λόγια σου με έκαναν να αρρώσταινα! Έπνιξε τα δάκρυα, δεν θα του δείξει το βάθος της πληγής. Ό,τι ζούσε, ό,τι ονειρευόταν, θρυμματίστηκε απόψε σε κομμάτια φθηνά, σαν ξεχαρβαλωμένη καρέκλα καφενείου. Ο Ανδρέας, τώρα ήξερε: δεν είχε νόημα να το αρνείται. Ήταν ο ίδιος υπαίτιος, έπαιζε επικίνδυνο παιχνίδι, κι έχασε. —Καταλαβαίνεις πως δεν θα γίνει ο γάμος, είπε η Δανάη μ’ όλη τη βουβή οργή που αναλογούσε εκείνη τη νύχτα. Πριν σε πετάξω έξω, θέλω την αλήθεια. Την σκληρή αλήθεια. Όλη. Η φωνή της δεν έσπασε, τα χέρια σφιγμένα, σαν να προστάτευε τον εαυτό της από άλλο ένα χτύπημα. Οι κόρες των ματιών της, δυο πέτρες στη νύχτα. —Θες αλήθεια; είπε ο Ανδρέας, κι ένα σχεδόν μισητό μειδίαμα φάνηκε. —Για τα λεφτά το έκανα. Ο πατέρας σου μου πρότεινε τη δουλειά. Φρόντιζα να σε κανακεύω, να σε πηγαίνω βόλτες, να σου λέω λόγια, κι όλα αυτά για δύο μισθούς και μια ήσυχη καρέκλα. Δεν θα κοιτούσα ποτέ προς το μέρος σου αλλιώς. Τα λόγια του ήταν επίπεδα, ολοκάθαρα, ψυχρά όπως οι λογαριασμοί του. Ζωή για τα ευρώ: κάθε λέξη, ακόμη μία στάμνα που έσπαγε στη συνείδηση της Δανάης. —Όλα για τα λεφτά…; μουρμούρισε η Δανάη, τρέμοντας πως θα λυγίσει. —Νόμιζες καν πως είσαι όμορφη; Όταν κοιτάχτηκες τελευταία φορά στον καθρέφτη, είδες αυτό που βλέπω εγώ; Ε, πήγαινε τώρα στο μπάνιο, κοίτα. Αυτό κόπηκε βαθιά. Το στήθος της Δανάης γέμισε κόμπους, τα βλέφαρά της τσούζαν μα εκείνη δεν θα έκλαιγε. Μερικά δευτερόλεπτα κοιτούσε – ο κόσμος έξω σκούρυνε, οι φωνές των ημερών τις πέρασαν μπροστά, όλες άδειες. Το παιχνίδι είχε λήξει: κομπάρσος μιας παράστασης φτηνής. —Φύγε τώρα! Εξαφανίσου! Οι αποσκευές σου θα έρθουν με courier. Άμε! Ο Ανδρέας άλλη μια φορά την έκοψε με ματιά σκληρή, σα να ήθελε να κρατήσει την εικόνα της—κοκκινισμένα μάτια, τρέμουσα φωνή. Έβγαλε αργά το μπουφάν, ψύχραιμος, άνοιξε και τράβηξε την πόρτα. Μόλις έκλεισε, η σιγή ευχήθηκε να γίνει απέραντη. * Την ίδια στιγμή, καθώς ο Ανδρέας περπατούσε στη λεωφόρο, ένιωσε άγχος σκληρό, σαν να τον παραμόνευε η Ερινύα. Πώς τώρα να αντικρίσει τον κ. Δεληγιάννη; Αυτός ποτέ δεν μασούσε τα λόγια του· αν μάθαινε τι έγινε, θα γινόταν τραγωδία. Ο Ανδρέας καταλάβαινε πως ο πατέρας ήταν ικανός για όλα για την κόρη του… Μα τα ευρώ ήδη στο λογαριασμό του, κι αυτό τον ησύχαζε για λίγο. —Τουλάχιστον πληρώθηκα για το θέατρο, μουρμούρισε κατεβαίνοντας προς τον Πειραιά. Μακάρι να μην τα ζητήσουν πίσω, κι ότι δούλεψα, δεν πάει χαμένο! * Στο άλλο σπίτι, η Δανάη έψαχνε νευρικά τον αριθμό του πατέρα της: δάχτυλα μουσκεμένα, πληκτρολόγιο θολό. —Μπαμπά! φώναξε με αγωνία, μόλις εκείνος το σήκωσε. Πώς το έκανες αυτό; Πώς μου έστησες τέτοιο θέατρο; Ουρές από λόγια, θρυμματισμένες ιαχές, χύθηκαν σαν ποτάμι: όλα όσα δεν είχε τολμήσει ποτέ να πει—για τη συμφωνία, το ψέμα, το σενάριο που ζούσε τόσους μήνες. —Δεν σου επέτρεψα ποτέ! Ούτε ρώτησες τι θέλω! Θεώρησες ότι τα ξέρεις όλα για μένα! Η φωνή της έτρεμε, ήχος βράχου που σπάει, μα δεν σταματούσε: άχτι, προδοσία, πίκρα. —Μην ξαναπατήσεις ποτέ στα προσωπικά μου! Μόνος εγώ! Καταλαβαίνεις; Μόνος! Του έκλεισε κατάμουτρα το τηλέφωνο και άφησε το κινητό να κατρακυλήσει στο καναπέ. Έκλαψε, τα δάκρυα κυλούσαν ζεστά στα μάγουλα, έθαψε το πρόσωπο στα χέρια. Τα δάκρυα της, όμως, δεν ήταν μόνο για τον Ανδρέα. Έμοιαζαν με κύματα που σκάνε πάνω σ’ αμμουδιά παλιά: αβεβαιότητα, κόμπλεξ, φόβοι που χρόνια φωλιάζανε εντός της. Πάντα κάτι έβρισκε “λάθος” πάνω της: ο γοφός, το στόμα, τα μάγουλα. “Αν είχα μέση σαν της Σταματίνας... Αν τα χέρια μου ήταν λεπτά...”. Έβλεπε τον εαυτό της κι έλεγε—“δεν είμαι αρκετά όμορφη για να με αγαπήσει κάποιος αληθινά”. Σκεφτόταν πλαστικές, κι άλλαζε γνώμη κάθε φορά που θυμόταν τη μητέρα της—την Ισμήνη, που ήθελε να τη φωνάζουν όλο χάρη, να πιστεύει πως το όνομά της είναι σαν τραγούδι στο κύμα. Η Ισμήνη της νιότης: μαλλιά λαμπερά, κοψιά περήφανη, όψη μαγνητική. Όλα άλλαξαν όταν εκείνη, ακούγοντας “φοβερά σχόλια” για έναν πλαστικό στην Κηφισιά, πήγε να “διορθώσει λίγο” τη μύτη. Ο γιατρός ήταν άσχετος, το αποτέλεσμα τραγικό—το πρόσωπό της άλλαξε, αλλά όχι όπως ονειρεύτηκε. Έτρεξε σε κλινικές, κατανάλωσε μισή περιουσία σε ρετουσάρισμα, αλλά κάθε φορά ο καθρέφτης της έστελνε πίσω το ίδιο: πληγωμένη ματαιότητα. Η χαρά της χάθηκε: φοβόταν ακόμα και το φως της μέρας, έκρυψε το κεφάλι της κάτω από μαντίλια, φορούσε μελανοκόκκινες γυαλιά για να μην την βλέπει κανείς. Και μετά, μια μέρα, εξαφανίστηκε. Άφησε μόνο ένα χαρτί στον άντρα της: “Δεν αντέχω άλλο. Συγχώρεσέ με”. Τέλος. Καμία επαφή ξανά. Η Δανάη μεγάλωνε, βλέποντας φωτογραφίες της μητέρας της—όμορφη, όπως ήταν πριν… Η μνήμη και το όνειρο χανόταν πια σε δύο όψεις: η μία λαμπερή και γλυκιά, η άλλη βυθισμένη στον πόνο. Η Δανάη μισούσε τις συγκρίσεις. Τα μάγουλά της δεν ήταν γωνιώδη, τα μαλλιά της δεν έπεφταν βαριά στους ώμους. Πάντα έβρισκε “λίγα” όλα πάνω της—μια σκιά στο χτες της μητέρας της. Αυτή η μη-αυτοπεποίθηση σκίαζε τα πάντα: από το σχολείο ως το πανεπιστήμιο, κι αργότερα, στις παρέες και στους πρώτους εραστές. Ποιος θα τη δει, ποιος θα την προσέξει; “Αχ, λίγη ομορφιά ακόμα...”, ψιθύριζε, χωρίς να καταλαβαίνει ότι αυτή η αμφιβολία ήταν που φοβόνταν οι πάντες. Κι ήρθε ο Ανδρέας. Σαν κύμα ξαφνικό στη γαλήνη: φώτιζε το πρόσωπό της, έδινε βάρος στην κάθε της λέξη, παρατηρούσε ακόμα και τις μικρές της κινήσεις. Της χάριζε λουλούδια, την… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους