Όταν ο πατέρας μου, ο Μανώλης Παπαδημητρίου, έμαθε πως του γεννήθηκε κόρη, βρισκόταν στο γραφείο του δασαρχείου, ακριβώς την ημέρα που πλήρωναν τους εργάτες. Οι άντρες, έχοντας πάρει τα ευρώ τους...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Όταν ο πατέρας μου, ο Μανώλης Παπαδημητρίου, έμαθε πως του γεννήθηκε κόρη, βρισκόταν στο γραφείο του δασαρχείου, ακριβώς την ημέρα που πλήρωναν τους εργάτες. Οι άντρες, έχοντας πάρει τα ευρώ τους, έφευγαν, χτυπώντας τα άδεια πλαστικά μπιτόνια τους, κι εκείνος στεκόταν ακόμα στην έξοδο, σφίγγοντας τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα στο χέρι του. – Άντε πάλι… γκαντεμιά, μουρμούρισε ο Μανώλης και έφτυσε με δύναμη στο χαλίκι. – Τόσες φορές στη Μαρία το είπα: θέλω γιο. Και τι πάω να πάρω; Κόρη! Μέσα του βράζανε η απογοήτευση και η οργή για τη γυναίκα του, τη Μαρία. Τόσο πολύ, που ούτε ήθελε να γυρίσει στο σπίτι, στη σιωπηλή πια καλύβα όπου δεν θα άκουγε ούτε γυναικείο γέλιο. Όσο η Μαρία και το νεογέννητο ήταν στο νοσοκομείο της Λαμίας, ο Μανώλης μάζεψε τα λιγοστά του πράγματα σε μια πάνινη σακούλα, έβαλε κι ένα αλλαξιά ρούχα μαζί με λίγη φέτα ψωμί, και έφυγε για το χωριό της μάνας του, στην απέναντι όχθη του Σπερχειού, δέκα χιλιόμετρα μακριά απ’ το σπίτι του. Η Μαρία, όταν επέστρεψε με το πρώτο της παιδί μετά από δυο εβδομάδες, βρήκε το σπίτι άδειο αλλά τακτοποιημένο—φαίνεται πως ο Μανώλης, πριν φύγει, είχε φροντίσει να καθαρίσει. Ακούμπησε το σπαργανωμένο μωρό στο κρεβάτι, έκατσε στο πλάι, και στήριξε το κεφάλι στα χέρια της, με τους ώμους της να τρέμουν από σιγανό, αθόρυβο κλάμα. Η κορούλα της—ένα μικροσκοπικό δεματάκι με αστεία δίπλα στο πίσω μέρος του λαιμού—κοιμόταν ήσυχα, πού και πού έκανε θορυβούλια με τα μικρά της χείλη. Την κοίταξε η Μαρία κι αναρωτήθηκε με πίκρα: «Και πού να το φανταστώ, ψυχή μου, πως θα γινόμασταν έτσι χωρισμένες;» Ο Μανώλης ήταν σκληροτράχηλος, με τετράγωνο σαγόνι και χαρακτήρα που στο χωριό τον λέγανε «βράχο». Ήταν οξύθυμος, δεν δεχόταν αντιρρήσεις, και κάθε τι που τον αμφισβητούσε το έπαιρνε προσωπικά. Στο μυαλό του είχε καρφωθεί: χρειάζεται γιο, να συνεχίσει το όνομα. Ήταν ο μικρότερος από τρία παιδιά—είχε δύο αδερφές—και πίστευε πως πάνω του στηρίζονταν όλοι οι Παπαδημητίου. Και τώρα—μια κόρη. Άχρηστο βάρος. Η μάνα του, η κυρα-Σοφία, προσπαθούσε να τον μαλακώσει: – Έλα, παιδάκι μου, γύρνα πίσω, μαλακώσου λίγο. – Όσο είναι αυτή η μικρή στο σπίτι, εγώ πίσω δε γυρνάω. Έτσι, τα δέκα χιλιόμετρα έγιναν για τη Μαρία άβατη χαράδρα. Η Μαρία, μόλις συνήλθε από τη γέννα, έπεσε στη δουλειά. Εκείνα τα χρόνια, ‘56-’57, δε μιλούσαν για άδειες μητρότητας: είχε χωράφι, ζώα, νοικοκυριό, κι έπρεπε να πάει να δουλέψει και στο συνεταιρισμό. Με την ελπίδα να μαλακώσει ο άντρας της, έδωσε στη μικρή το όνομα Αντιγόνη—ένα όνομα που κουβαλά αντρική δυναμικότητα. Η μικρή μεγάλωσε γεροδεμένη, ήσυχη, χώματα και κλάματα δεν είχε. Σε έξι μήνες κρατιόταν όρθια από το στασίδι, κι όταν έκλεισε ενάμιση χρόνο, δε φευγε απ’ το παραδοσιακό ξύλινο αλογάκι που της έκανε δώρο ο γείτονας. Μιλούσε νωρίς, περπατούσε ασταμάτητα, έτρεχε σαν σίφουνας—έτσι την έλεγε η γιαγιά της, και δε χανόταν πίσω της κανείς. Στον παιδικό σταθμό, όλοι την φώναζαν Τζένη. Από την πρώτη στιγμή, αρχηγός. Γρήγορη, γερή, θάρρος μεγάλο—και τα αγόρια της ηλικίας της της άνοιγαν δρόμο. Στα τρία της ήξερε να προστατεύει τα αγαπημένα της παιχνίδια ακόμα κι από τους πεντάχρονους. Κανένας δεν την περίμενε τόσο δυνατή σε τόσο μικρή ηλικία. Ο Μανώλης βρήκε παρηγοριά σε άλλη. Κόλλησε στη Βάσω, διαζευγμένη, με δυο παιδιά. Στην αρχή πήγαινε για την παρέα, αλλά η Βάσω, έξυπνη και δυναμική, τον τύλιξε. Του άρεσε—ήταν γυναίκα καλά ντυμένη, πλούσια και τρυφερή μαζί του. – Θα σου κάνω παιδάκι, είπε στον Μανώλη, λιγωμένη στο κρεβάτι. – Το καλύτερο αγόρι. – Πρέπει να ‘ναι αγόρι, γκρίνιαζε ο Μανώλης, αλλά πια δεν ήταν αυστηρός. Ο καιρός κυλούσε, κανένα παιδί με τη Βάσω δεν ερχόταν. Άρχισε να βαρύνει η καρδιά του—δεύτερη χρονιά μαζί, άδικος κόπος. Δικά της παιδιά να μεγαλώνει, δεν το άντεχε—ήθελε δικό του. Και τότε, φτάσαν ως εκεί τα κουτσομπολιά: η κόρη του, η Τζένη, λέει, είναι μαγκάκι. Δυνατή, τολμηρή, δίκαιη. Μόλις τριών και νικάει τα αγόρια. Η μάνα του τον πίεζε πάλι: – Πήγαινε, κοίτα το παιδί σου, αίμα σου είναι. Μέσα στη Βάσω βρήκε κρυμμένα βοτάνια, περίεργα φυτά, κάτι δεσμίδες, κρυμμένα στο ντουλάπι. Υποψιάστηκε: δεν είναι τυχαία αυτά—της ζήτησε εξηγήσεις, άκουσε για μάγισσες. Χωρίς να σκεφτεί, έφυγε, κλείνοντας δυνατά την πόρτα. Μετά από τέσσερα χρόνια, ο Μανώλης πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του. Για πρώτη φορά είδε την κόρη του. Αδύνατη, αχτένιστη, με ξεθωριασμένη λουλουδάτη φουστίτσα, στεκόταν στη μέση του σαλονιού, τον κοίταζε μ’ ένα βλέμμα βαθύ, γεμάτο καχυποψία, σαν ξένη. Δεν τράβηξε για το κουλούρι που έβγαλε απ’ την τσέπη ο πατέρας της. – Τι με κοιτάζει έτσι, αγρίεψε ο Μανώλης, σκουντώντας τη γυναίκα του. Η Μαρία έλαμψε από χαρά μόλις τον είδε: – Τι λες, Μανώλη μου; Πάντα με ευχή σε σκεφτόμουν, περίμενα πως θα γυρίσεις. Δεν είσαι ξένος μας. Η Μαρία, τον αγαπούσε ακόμα και δεν έκρυβε τη λαβωματιά της. Ο Μανώλης ήταν αυστηρός, κλειστός άνθρωπος, και πολλές φορές ξεσπούσε με το χέρι του στο τραπέζι, κι αν δεν του περνούσε, έπιανε και τη γυναίκα του. Στα πέντε της η Τζένη είχε καταλάβει πολλά. Αν ο πατέρας της αγρίευε με τη μάνα της, η Τζένη μάζευε τις μπουνίτσες της και φώναζε: – Ρε παλιοχαρακτήρα! Τώρα θα σε φτιάξω! Μπορεί οι γροθιές της να ήταν παιδικές, αλλά ο Μανώλης θύμωνε, βλέποντας στη μικρή του την αντίσταση που πάντα καταπίεζε στον εαυτό του. Ο Μανώλης ηρέμησε μόνο όταν γεννήθηκε γιος, ο Σταύρος. Όλη η φροντίδα για τον μικρό πέρασε στη μεγάλη Τζένη: εκείνη τον τάιζε, τον άλλαζε, τον κουβαλούσε, ως ότου ψήλωσε. Ο Μανώλης ικανοποιήθηκε με τον γιο, αλλά, όπως πάντα, παρέμενε σκυθρωπός και αυταρχικός με την οικογένεια. Η Μαρία άντεχε τα πάντα αρκεί να μη σηκώσει χέρι. Η Τζένη επτά χρονών, δεν φοβόταν. Κάθε απειλή του πατέρα περνούσε στο ντούκου. Μια μέρα του πετάει: – Θα πάω στον αστυνόμο να σε μαρτυρήσω! Ο Μανώλης έγινε έξω φρενών: – Έλα δω, που θα με φοβίσεις! Ένα απόγευμα πήρε ράβδο για να τη συνετίσει. Η Τζένη υπέμεινε αμίλητη, χωρίς δάκρυα, μόνο δάγκωνε την ποδιά της. Ο Μανώλης νόμισε πως «συμμορφώθηκε». Την άλλη μέρα, όμως, η Τζένη φώναξε τον χωροφύλακα. Η Μαρία τα ’χασε, έπεσε να γλιτώσει την οικογένεια από ντροπή: – Κύριε αστυνόμε, το παιδί μου ήθελα να συνετίσω, τίποτε κακό δεν κάνουμε! Ο αστυνόμος έδωσε προειδοποίηση: – Κυρία Μαρία, αυτά μαθαίνονται. Την άλλη φορά αλλάζει το πράγμα. Ο Μανώλης χαμήλωσε το κεφάλι, έκανε τον μετανιωμένο, ώστε να γλιτώσει. Μετά απ’ αυτό ήταν πιο προσεκτικός. Ποτέ ξανά δε σήκωσε χέρι, αλλά κρατούσε μούτρα στη μεγάλη του κόρη, τη φώναζε «θηριάκι» με πνιγμένη οργή. Όταν η Μαρία έμεινε πάλι έγκυος και γέννησε δεύτερη κόρη—την Ελένη—ο Μανώλης ούτε που της έδωσε σημασία. Όλη η φροντίδα και για τη μικρή πέρασε πάλι στην Τζένη. Η Τζένη, φτάνοντας τρίτη γυμνασίου, δηλώνει πως θα φύγει για Αθήνα να σπουδάσει. Ο Μανώλης κοκκίνισε: – Τι θ’ αρπάξεις να φας; Να καθίσεις πάνω στο σβέρκο μας; Η Τζένη στα 15 της ήταν γερή, σφιχτή, με ντελικάτη δύναμη—τέτοια γροθιά που και οι αγόρια των μεγάλων τάξεων την υπολόγιζαν. Ο γυμναστής είχε πει: «Σε σένα, Παπαδημητρίου, ταιριάζει η πάλη.» – Εμένα αυτά δεν με νοιάζουν, απάντησε εκείνη. Κοίταξε στα μάτια τον πατέρα: – Το λέω και το κάνω—θα φύγω. – Ούτε φράγκο! – φώναξε. – Δεν ζητώ, τα μικρά να τα ταΐζεις κι εμένα άφησέ με. Έπιασε το λουρί, ετοιμάστηκε να τη χτυπήσει. Εκείνη άρπαξε το πυρομάχικο της κουζίνας, του φώναξε: – Μη με αγγίξεις! Η Μαρία μπήκε στη μέση, κλαίγοντας. Ο Μανώλης—βλέποντας τη μικρή με τόσο θάρρος—έκανε πίσω. – Φύγε, της είπε η Μαρία. Θα βρούμε τον τρόπο. Η Τζένη έφυγε, στον μπόγο της λίγα ρούχα και μια σακούλα με φαγητά. Η Μαρία της έχωσε κρυφά λίγα ευρώ: – Για να έχεις στο ξεκίνημα. – Μαμά, πότε θα πάψεις να τον ανέχεσαι; Γιατί δεν φεύγεις; – ρώτησε η Τζένη. – Στο χωριό αυτά δεν γίνονται, όλοι μαζί ζούμε, και καλό τον κάνει τον πατέρα σου, ντροπή στους γονείς να φεύγουν. – Αν σε πειράξει, γράψε μου. Εγώ θα βρω τον τρόπο. Στην Αθήνα, η Τζένη επέλεξε το ΤΕΙ Μηχανολογίας σχεδόν τυχαία. Είχε αγάπη για μηχανές, σα να την τράβαγε η βουή του συνεργείου. Πέρασε τις εξετάσεις αβίαστα—η γειωμένη της σπιτική παιδεία και το πείσμα της την βοήθησαν. Μπήκε σε φοιτητική εστία. Εκεί γνώρισε τη συγκάτοικό της, τη Δήμητρα—γελαστή, σγουρομάλλα, τελείως διαφορετική. Το μόνο που απασχολούσε τη Δήμητρα ήταν να γνωρίσει πλούσιο γαμπρό. – Κοίτα τους συμφοιτητές μας, έλεγε. Εκείνος ο Ξανθόπουλος... έχει πατέρα διευθυντή! – Εγώ ήρθα να φάω ψωμί μόνη μου, της απαντούσε η Τζένη. Βρήκε δουλειά καθαρίστρια σε γραφεία κλωστοϋφαντουργίας τα απογεύματα. Ψιλά, αλλά της έφταναν. Η Δήμητρα θαύμαζε το κουράγιο της. Στο τρίτο έτος εμφανίστηκε ο νεαρός καθηγητής Μιχάλης Αργυρίου—καλοντυμένος, με γυαλιά, ήσυχος. Όταν πήγε να μιλήσει, άρχισαν τα πειράγματα. Η Τζένη σηκώθηκε, με πυγμή: – Δε σας θέλω εδώ, άμα δεν σέβεστε, φύγετε απ’ την αίθουσα. Έπιασε την εξουσία. Ο Μιχάλης εκτίμησε τον δυναμισμό της. Η Τζένη γύριζε στο χωριό μόνο σε γιορτές για να βοηθήσει. Ο Σταύρος τελείωνε Λύκειο, η Ελένη κατάπιε όλες τις δουλειές της μάνας. Με τον πατέρα της δεν είχε ποτέ σχέσεις θερμές. Βοηθούσε μόνο αν της το ζητούσαν. Τους πήγαινε πράγματα και άφηνε λίγα χρήματα. Ο Μανώλης χλεύαζε το «αθηναϊκό της στυλ». Στο τέλος, η Δήμητρα βρήκε το γαμπρό που ήθελε. Η Τζένη, μάρτυρας στο γάμο. Απόμακρη—σκεφτόταν, «Κι εγώ, μόνη μου θα μείνω;» Φανταζόταν τη μοναξιά, την αυταρχική πατρική φιγούρα, τις στερήσεις. «Καλύτερα μόνη, παρά όπως η μάνα μου». Ένα απόγευμα τη γνώρισε ο Κώστας, συμφοιτητής στην άλλη κατεύθυνση—ψηλός, ήσυχος, λίγο αργός. Τη ζήτησε για χορό στη γιορτή στη Σχολή. Έτσι ξεκίνησαν. Κώστας ήσυχος, δεν πίεζε, δεν απαιτούσε. Μετά από τρεις μήνες της ζήτησε να παντρευτούν. – Δεν θα με αφήσεις ποτέ; – τον ρώτησε. – Ποτέ, απάντησε. Παντρεύτηκαν λιτά, χωρίς φανφάρες. Η Τζένη τεχνικός σε εργοστάσιο της Αθήνας. Έκαναν μια κόρη, τη Φωτεινή. Μα η χαρά ήταν μικρή. Ο Κώστας, μόλις γεννήθηκε η μικρή, άλλαξε—αδιαφορία, τεμπελιά, αποξένωση. Άργησε να φέρνει χρήματα, εξαφανιζόταν με φίλους για καφέ και μπάλα. – Τι θα γίνει, ή αλλάζεις ή χωρίζουμε, του είπε μια βραδιά. – Πού θα πας μ’ ένα παιδί; απάντησε κοροϊδευτικά. Την άλλη μέρα υπέβαλε αίτηση διαζυγίου. Η Δήμητρα απορούσε: – Πώς θα τα βγάλεις πέρα; Μόνη με μωρό; – Θα τα βγάλω. Έπιασε τη δουλειά στην ίδια βιοτεχνία, έβαλε τη μικρή παιδικό σταθμό. Ο Κώστας πλήρωνε αλλεπάλληλα τη διατροφή. Ο αδερφός της, ο Σταύρος, ήρθε στην Αθήνα, στη σχολή οδηγών. Εντυπωσιασμένος που έβλεπε την αδερφή του να τα βγάζει πέρα μόνη της. – Σαν άλογο δουλεύεις, αδερφή, της είπε. – Άμα δε στηριχτείς στα πόδια σου, ποιος θα σε στηρίξει; Η Δήμητρα χώρισε κι εκείνη. Κι η ίδια ομολόγησε πως η δύναμη είναι ο άνθρωπος, όχι το πορτοφόλι. Αναφέροντας τον καθηγητή Μιχάλη: – Καλός άνθρωπος, λένε ότι έχει χωρίσει, μένει μόνος, καλό παιδί... Η Τζένη δεν του είχε ξαναδώσει σημασία. Λίγους μήνες μετά, έτυχε να τον συναντήσει σε ένα ζαχαροπλαστείο στα Πατήσια. Καθόταν μόνος με βιβλίο. Την αναγνώρισε. Ξεκίνησαν μια κουβέντα ζεστή και ανοιχτή. Της μίλησε για το διαζύγιο, για τον γιο του, για τη ζωή του. Εκείνη του μίλησε για τον ίδιο τον αγώνα της. – Γιατί μόνη ακόμα; τη ρώτησε. – Έτσι έτυχε. – Κι εγώ μόνος, είπε εκείνος. Και σήμερα είπα: απόψε ήθελα να σε ξανασυναντήσω. Την έστειλε σπίτι, κρατώντας της το χέρι: – Θα σου τηλεφωνήσω; – Να το κάνεις, είπε, δειλά. Ένα απόγευμα την κάλεσε στη μικρή του εξοχική, στου Μαραθώνα. Ήθελε να της δείξει το σπιτικό που έφτιαχνε. Εκεί, πέρα από κάθε ζήλια, μονές στιγμές, της μίλησε για τα όνειρά του. Καθισμένοι να πίνουν τσάι, ένιωσε πως εδώ είναι το λιμάνι που πάντα γυρευε. Ξάφνου, εμφανίστηκαν δυο άντρες που ήρθαν να αρπάξουν υλικά από τον κήπο. Ο Μιχάλης βγήκε να τους αποτρέψει, αλλά ο ένας έβγαλε μαχαίρι. Η Τζένη, χωρίς δισταγμό, πετάχτηκε από πίσω του με το τσεκούρι της κουζίνας. – Εξαφανιστείτε αμέσως, φώναξε. Οι άγνωστοι, βλέποντας την αποφασιστικότητα της, έτρεξαν μακριά. Ο Μιχάλης δεν φοβήθηκε—θαύμασε. Την αγκάλιασε με λαχτάρα: – Κανείς δεν θα σε πειράξει όσο υπάρχω εγώ… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους