[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Μίλησέ μου, Λουκουμά — Μη φοβάσαι, Λουκουμά! Όλα καλά θα πάνε! Θα φωνάξουν λίγο ακόμη οι γονείς και θα ηρεμήσουν… Ίσως… Η μικρή Ειρήνη αγκάλιασε τον αγαπημένο της φίλο ακόμη πιο σφιχτά και έκλεισε τα...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Μίλησέ μου, Λουκουμά — Μη φοβάσαι, Λουκουμά! Όλα καλά θα πάνε! Θα φωνάξουν λίγο ακόμη οι γονείς και θα ηρεμήσουν… Ίσως… Η μικρή Ειρήνη αγκάλιασε τον αγαπημένο της φίλο ακόμη πιο σφιχτά και έκλεισε τα μάτια. Δεν έπρεπε να φοβάται. Ήταν πια μεγάλο κορίτσι, έτσι της είχε πει η γιαγιά Αργυρώ. Άμα έφτασες τα πέντε, είσαι πια μεγάλη. Για όλους ήταν πια μεγάλη. Ακόμα και όταν της έκαναν εμβόλιο, δεν έκλαιγε, ντρεπόταν να γκρινιάξει! Μόνο με τον Λουκουμά μπορούσε να είναι όπως πριν – παιδάκι. Αυτός την είχε δει σε κάθε της κατάσταση. Η μαμά της τον είχε χαρίσει, όταν ακόμα ήταν μωρό. Ένα αστείο, λίγο άχαρο αρκουδάκι, ο καλύτερος της φίλος. Σε εκείνον μπορούσε να πει τα πάντα. Δεν θα έτρεχε να τα μαρτυρήσει, όπως η φίλη της, η Φωτεινή. Θα την κοίταζε απλά με τα στρογγυλά του ματάκια και θα κρατούσε το μυστικό. Μα φυσικά και θα της έδινε παρηγοριά, όταν φοβόταν, όπως τώρα. Ήταν ήσυχος, μαλακός και τόσο δικός της. Η μαμά και ο μπαμπάς ήταν κι αυτοί δικοί της, αλλά όταν φωνάζανε έτσι μεταξύ τους, γίνονταν αγριεμένοι και γεμάτοι αγκάθια. Η Ειρήνη δεν ήξερε πώς να το περιγράψει, μα της φαινόταν ότι μονομιάς φύτρωναν μέσα στο σπίτι βάτοι με μεγάλα αγκάθια, σαν στο παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης. Και κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει τον άλλον, μόνο φωνάζανε χωρίς να ακούν κανέναν. Δεν καταλάβαινε γιατί οι μεγάλοι μαλώνανε. Αφού ήταν μεγάλοι, δεν έπρεπε να τα βρίσκουν; Έτσι έλεγε η γιαγιά. Ίσως τελικά ήταν και εκείνοι πειραγμένοι αληθινά, όχι όπως τα νεύρα των παιδιών στο σχολείο. Οι μεγάλες πίκρες, σκέφτηκε, ίσως ήταν τρομακτικές – αφού και οι μικρές έφερναν κλάμα και χαλασμένη όρεξη! Η Ειρήνη άνοιξε τα μάτια της. Νομίζω… σταμάτησαν. Επικράτησε σιγή, που σήμαινε ότι η μαμά είχε φύγει να κλάψει στο μπάνιο και ο πατέρας καθόταν θυμωμένος στην κουζίνα. Έπρεπε να σηκωθεί. Το δωμάτιό της ήταν όμορφο. Η μαμά είχε διαλέξει για ώρες τα χρώματα, κουβέρτα ροζ, αστραφτερή ντουλάπα για όλα τα ρουχαλάκια της, ράφια με παιχνίδια που γέμιζαν τον χώρο, τόσα, που μερικά τα ξέχναγε. Ούτε που ήθελε να το αφήσει το δωμάτιό της τώρα που είχε ησυχία. Όμως ο Λουκουμάς την κοιτούσε, κι εκείνη ρούφηξε τη μύτη της: — Εντάξει, το ξέρω! Μείνε εσύ εδώ. Εγώ θα πάω. Τον ακούμπησε μαλακά στο μαξιλάρι της, βγήκε από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε πρώτα εκεί που ήταν πάντα πιο δύσκολα – στη μαμά. Η πόρτα του μπάνιου κλειστή, όπως κάθε φορά. Η Ειρήνη χτύπησε ήσυχα: — Μαμά; — Τι είναι; — Μπορώ να μπω; Η πόρτα άνοιξε και η Ειρήνη είδε τη μαμά της, όπως πάντα, καθισμένη στο χείλος της μπανιέρας. — Τι θες, παιδί μου; Να πας τουαλέτα; — Όχι. Να κάτσω μαζί σου. – Πήρε μια βαθιά ανάσα και πέρασε το κατώφλι. Δεν της άρεσε αυτό που θα ακολουθούσε. Η μαμά θα έκλαιγε, θα την έσφιγγε και θα υποσχόταν ότι όλα θα πάνε καλύτερα… Και η ίδια θα έκλαιγε, όχι γιατί λυπόταν τη μαμά, αλλά γιατί ήξερε ότι δεν θα καλυτερέψουν. Πάντα λίγο καλό, όπως έλεγε η Φωτεινή. Και είχε δίκιο, πάντα το καλό κρατούσε δυο-τρεις μέρες και μετά πάλι βάτοι κι αγκάθια. Η Ειρήνη σκούπισε τα μάτια με τη μικρή της παλάμη. — Γιατί, μαμά; — Τι γιατί, παιδί μου; — Γιατί συνέχεια φωνάζετε; Άμα δεν αγαπάτε πια ο ένας τον άλλον, ίσως πρέπει να κρατήσετε απόσταση. Έτσι είπε η γιαγιά Αργυρώ όταν μάλωσα με τη Φωτεινή. Αν είσαι μακριά, δεν μαλώνεις. Η Όλγα πάγωσε. Η μικρή της ποτέ δεν είχε μιλήσει για τους καβγάδες. Νόμιζε ότι δεν καταλάβαινε, ήταν ακόμη μικρή… — Ειρήνη μου, πώς σου ήρθε; Αγαπάω τον μπαμπά σου… — Δεν λες αλήθεια, μαμά. — Ειρήνη! — Άμα τον αγαπούσες, δε θα φώναζες έτσι. Ούτε θα μαλώνατε. Σε μένα γιατί δεν φωνάζεις; Η Όλγα μπερδεύτηκε. Πώς να εξηγήσεις σε ένα παιδί ότι οι σχέσεις είναι περίπλοκες; Ότι το να φωνάζεις δεν σημαίνει πάντα μίσος… ή μήπως σημαίνει; — Πρέπει να κάτσεις και να σκεφτείς τη συμπεριφορά σου. Να! – Η Ειρήνη της σκούπισε τα δάκρυα απ' τα μάγουλα. — Τα λέει κι αυτά η γιαγιά Αργυρώ; – Η Όλγα χαμογέλασε παρά τα δάκρυα. — Ναι! Και έχει δίκιο. Κι εγώ με τη Φωτεινή τα ξαναβρήκα, λιγότερο μαλώνουμε πια. Μόνο όταν παραπονιέται στη δασκάλα την κυρία Ελένη. — Εσύ έχεις μεγαλώσει πολύ… — Η Όλγα την αγκάλιασε. — Όχι, μαμά, μικρή είμαι ακόμα. Άμα ήμουν μεγάλη… – Η Ειρήνη τράβηξε λίγο πίσω και ψιθύρισε, – δες πόσο φοβάμαι. — Τι φοβάσαι καλή μου; — Η Όλγα έσμιξε τα φρύδια. — Μη φωνάξετε πάλι κάποια μέρα και φύγετε. Μη μείνω μόνη με τον Λουκουμά. Κι άμα χαθεί και πάλι, όπως τότε στο ταξί; Η γιαγιά λέει πως είναι πια μεγάλη και δεν μπορεί να γίνει μαμά και πάλι. — Ειρήνη! Μην το λες αυτό! Ποτέ δεν θα φύγω! Πώς να σε αφήσω; Είσαι το παιδί μου! — Κι όμως… όταν φωνάζετε, ξεχνάτε ότι υπάρχω; — Θυμάμαι… — Και σταμάτησε. Γιατί είχε δίκιο η μικρή. Εκείνες τις στιγμές δεν θυμόταν κανέναν, καμία σκέψη. Η πληγή σκέπαζε τα πάντα. Από πού έβγαιναν έτσι άγριες λέξεις; Πότε έγινε έτσι; Γνώρισε τον Σταύρο στο δεύτερο έτος. Έπεσε πάνω του τρέχοντας για την εξεταστική. Σπιναρισμένα γυαλιά, αστεία αγκαλιά και μια συγγνώμη στον αέρα. Έτρεξε να προλάβει. Έγραψε «άριστα» και χοροπηδούσε καθώς έβγαινε. Ήρθε το καλοκαίρι, διακοπές, θάλασσα! Ο Σταύρος την περίμενε έξω από το πανεπιστήμιο κι έκανε πλάκα με την ταχύτητά της. — Έλα, γρήγορο τρενάκι! Θα ξανατρέξεις σήμερα; Έτσι την έλεγε – το τρενάκι του, ειδικά όταν θύμωνε. — Πώς να σε μαλώσω εσένα που φυσάς έτσι αστεία! Γελούσαν ακόμη και οι μαίες, όταν έφερνε στον κόσμο την Ειρήνη. — Μη φυσάς, τρενάκι! Σπρώξε! Πότε έπαψε να την προσφωνεί έτσι; Πότε άρχισε να νευριάζει στ’ αλήθεια; Πότε ξεκίνησαν οι καβγάδες; — Μαμά; — Μμμ; — Είσαστε τόσο λυπημένοι μαζί; Στεναχωρηθήκατε; Η Όλγα χάιδεψε τις μπούκλες της μικρής. Πασιφανώς Σταύρος. Όταν ήταν έγκυος, προσευχόταν να έχει του πατέρα της το μαλλί. — Να μην πάρει τα δικά μου τα τρία τσουλούφια! Γιατί να τα χρειάζεται το κορίτσι; — Υπερβάλλεις! Τέλεια μαλλιά έχεις! — Εγώ έχω καλό κομμωτήριο! Φαντάσου να πάρει το δικό σου μαλλί κι τα μάτια μου; Όλα τα αγοράκια θα τρελαθούν! Έτσι κι έγινε. Χρυσές μπούκλες και μάτια σαν το Αιγαίο. Θα γίνει κούκλα η Ειρήνη, σκέφτηκε. Ήδη είναι! Θυμήθηκε κάτι που της έλεγε η δική της μαμά: φρόντισε να βρεις τον σωστό πατέρα. Και ήταν ο Σταύρος όντως σωστός. Για εκείνον η Ειρήνη ήταν το πάν. Αυτό ήταν το θέμα. Η Ειρήνη, όχι η ίδια… Η Όλγα αναστέναξε. Δεν πρέπει να ζηλεύει το ίδιο της το παιδί! Ή μήπως πρέπει; Θυμήθηκε όταν ο Σταύρος έμπαινε σπίτι, της έριχνε ένα φιλί σχεδόν μηχανικά και ρωτούσε αμέσως: — Πού είναι η πριγκίπισσά μου; Να η σοκολάτα σου, Ειρήνη! Μετά έπαιζε με τη μικρή και αμέσως βυθιζόταν σε ταινίες, φορώντας ακουστικά, χωρίς να νοιάζεται που η Όλγα τακτοποιούσε τα πάντα. Τραγουδούσαν στο αυτοκίνητο, αγνοώντας κάθε σχόλιό της, που έπρεπε να ειπωθεί ξανά και ξανά. Πρώτη φορά της φώναξε, όταν η Ειρήνη είχε πυρετό. Η Όλγα είχε ξενυχτήσει, προσπαθώντας να ρίξει τον πυρετό και στο τέλος έκλαψε από απόγνωση. Κι ο Σταύρος την έκραξε: — Γιατί κλαις; Έτσι θα γίνει καλά; Συναρπάξου! Τι μάνα είσαι; Έπαψε να κλαίει, όχι από ότι ηρέμησε, αλλά γιατί κάτι μέσα της έσπασε. Έμεινε άδεια για καιρό. Η Ειρήνη έγινε καλά και το ξέχασαν γρήγορα όλοι – εκτός από την Όλγα. Ήταν αυτό πίκρα; Ναι. Η μικρή περίμενε ακόμα απάντηση. Μόλις σταμάτησαν τα δάκρυα, έπρεπε να πάει και στον μπαμπά της. — Θα πάω τώρα. Ξέφυγε από τη μαμά, άνοιξε την πόρτα και κοίταξε πίσω: — Μη ξανακλάψεις, εντάξει; Η Όλγα ανασυγκροτήθηκε. Σκέφτηκε όλη τη ζωή της με τον Σταύρο. Υπήρξαν άραγε τόσα άσχημα; Μα και καλά βέβαια… Οι πρώτοι τους μήνες, το βλέμμα του όταν τον κοίταζε. Η αγκαλιά. Τα πρώτα βήματα της Ειρήνης, η χαρά του που πέτυχε κι εκείνη πρώτη δουλειά μετά τη μητρότητα. Έφτιαξε ακόμα κι ένα απαίσιο γλυκό, μόνος του, με πολύ ζήλο, παίζοντας με τα εργαλεία της Όλγας. Δεν τρωγόταν, αλλά ήθελε να την κάνει χαρούμενη. Κι η αγορά του σπιτιού. Έπιναν κρασί σε πλαστικά ποτήρια, καθισμένοι στο πάτωμα, με το παιδί να ροχαλίζει πάνω στο φουσκωτό στρώμα. — Θα χρειαστεί και δεύτερο παιδί! – έλεγε με χαμόγελο ο Σταύρος. — Δεύτερο; — Ναι, μην τα θέλεις όλα σε ένα! Τελικά δεν ήρθε δεύτερο. Το ήθελε; Οι γιατροί δεν έβρισκαν κάτι. Αλλά η ίδια είχε επωμιστεί τόσα, οι τσακωμοί συχνά. Λόγια άσχημα, που γίνονταν τοίχος. Μικρά σφαιρίδια λύπης που στο τέλος τρυπούσαν καρδιές. Η Όλγα έριξε παγωμένο νερό στο πρόσωπο. Τέρμα οι συγκρίσεις. Η κόρη της είχε δίκιο. Άμα δεν περνάει η πληγή, ή τα ξαναφτιάχνεις, ή φεύγεις. Η Ειρήνη μπήκε στην κουζίνα και βρήκε τον πατέρα της σκυμμένο στο παράθυρο. — Μπαμπά; — Ρηνάκι! Τι δεν κοιμάσαι; — Είναι νωρίς! – πήγε σιμά του κι ανέβηκε στην αγκαλιά του. — Φωνάξατε πριν… — Συγγνώμη. — Γιατί; — Γιατί φωνάξαμε; — Ναι. — Δεν ξέρω. Έτσι βγήκε. — Κι εσύ θύμωσες με τη μαμά; Ο Σταύρος κοίταξε στα μάτια τη μικρή του. — Μεγάλη μας έγινες! — Το ίδιο είπε και η μαμά. — Τι άλλο είπε; — Ότι σ’ αγαπάει. Και μένα. Ο Σταύρος άλλαξε, χαλάρωσε. Η Ειρήνη χάρηκε, κατέβηκε από πάνω του: — Πάω στον Λουκουμά, τρομάζει μοναχός. — Πήγαινε, καλή μου. Έμεινε μόνος και σκέφτηκε: πώς φτάσανε μέχρι εδώ; Μετά τη γέννηση της μικρής η Όλγα απομακρυνόταν, εκείνος ένιωθε πάντα ανεπαρκής. Η στοργή χάθηκε. Προσπάθησε να τη βρει, αλλά δεν τα κατάφερνε ποτέ. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που φώναξε, ποτέ δεν το συγχώρεσε στον εαυτό του, μετά χάθηκε κάθε τρυφερότητα κι ανάμεσα τους μπήκε τείχος. Έμειναν τυπικά ζευγάρι μόνο λόγω της Ειρήνης. Σκέφτηκε τη μητέρα του. Όταν ήταν παιδί του είχε πει: — Να παίρνεις ευθύνη. Αυτό θέλουν οι γυναίκες. Ακόμα και να φταίει αυτή, σκέψου τι έκανες λάθος, γιατί δεν σε πλησίασε πια. Η γυναίκα δεν είναι ρομπότ, ούτε άλογο. Να βοηθάς, να δίνεις χώρο και χαρά, σαν τον πρώτο καιρό. Αν το κάνεις, να ξέρεις, θα είσαι ευτυχισμένος. Ο Σταύρος χαμογέλασε με το μυαλό του. — Ευχαριστώ, μάνα… Πήγε στο ψυγείο. Ήταν ήσυχο το σπίτι. Η Ειρήνη ξάπλωσε με τη μαμά της κι αγκαλιά τον Λουκουμά, χάιδεψε το κουρασμένο πρόσωπό της μαμάς, ευχήθηκε να ξημερώσει μια καλή μέρα. Την άλλη το πρωί, το ξυπνητήρι δεν χτύπησε, έτρεξαν να προλάβουν παιδικό σταθμό και δουλειά. Ένα κουτάλι ακούστηκε στην κουζίνα - ο Σταύρος ακόμη εκεί; Προχώρησε και είδε τον άντρα της να φτιάχνει ελληνικό καφέ κι ένα γλυκό πάνω στο τραπέζι με φρικτές βουτυρένιες ροζέτες, φανερά χειροποίητο. Η Όλγα κοίταξε απορημένη τον άντρα της. — Συγγνώμη για όλα. Ήμουν κακός σύντροφος. Εσύ κι η μικρή είστε ό,τι πιο σημαντικό. Δε γίνεται αλλιώς. Ξέρω πως πολλά δεν αλλάζουν τώρα, αλλά… σκέψου το λίγο; Η Όλγα τον έκλεισε στη σιωπή με το χέρι της. — Κι οι δυο καλά τα καταφέραμε… κι εγώ χρειάζομαι να σκεφτώ. Πολύ σοβαρά. — Θα πάρει χρόνο; — Καμιά εφτά μήνες ακόμα. Ο Σταύρος την κοίταξε χαμένος. — Μην κοιτάς έτσι! Κατάλαβες καλά. Πριν απαντήσει, άνοιξε η πόρτα και μπήκε η μικρή, κρατώντας τον Λουκουμά. — Τα βρήκατε πάλι; Κοιτάχτηκαν οι δύο γονείς. — Ουάου! Και γιατί τούρτα; Τρώγεται για πρωινό; — Σήμερα όλα επιτρέπονται! — Ο Σταύρος αγκάλιασε τη γυναίκα του και της ψιθύρισε. — Σ’… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences