Η ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΗ Το παλιό λεωφορείο άφησε μια βαριά μυρωδιά από βενζίνη στον αέρα καθώς απομακρύνθηκε, αφήνοντας τη γυναίκα μόνη της στη στάση. Η Μαρία στάθηκε για λίγο και κοίταξε ολόγυρα. Δεν είχε...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Η ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΗ Το παλιό λεωφορείο άφησε μια βαριά μυρωδιά από βενζίνη στον αέρα καθώς απομακρύνθηκε, αφήνοντας τη γυναίκα μόνη της στη στάση. Η Μαρία στάθηκε για λίγο και κοίταξε ολόγυρα. Δεν είχε αλλάξει τίποτα σ’ αυτό το μέρος, παρ’ ότι είχαν περάσει έξι χρόνια. Ο ίδιος χωματόδρομος, βαριά ποτισμένος με μαύρη λάσπη, οι ίδιες αγριομουριές με πιτσιλιές σκόνης, το χωριό να ξεπροβάλλει μακρινό, μια στενή λωρίδα σπιτιών κατά μήκος του δάσους. Τα τετράγωνα των παραθύρων φώτιζαν αδύναμα μες το λυκόφως, ακούγονταν κάπου γαβγίσματα και κοπάνανε οι χήνες με φωνές γεμάτες παράπονο. «Τίποτα δεν άλλαξε εδώ, όλα ίδια είναι… σχεδόν όλα», σκέφτηκε θλιμμένα η Μαρία. Μονάχα εκεί δεξιά στο λόφο, δεν διακρινόταν πια η σειρά με τα τρακτέρ και τα αγροτικά μηχανήματα του Παπαγεωργίου, φωτισμένα από τα φώτα του συνεργείου. Εκεί τώρα γυάλιζε σκοτάδι. Δεν ήξερε τι είχαν κάνει οι κληρονόμοι, μάλλον το αγρόκτημα διαλύθηκε, σκορπίστηκε κομμάτι - κομμάτι. Διστακτικά γύρισε προς την κεντρική οδό του χωριού, περιμένοντας σχεδόν να πεταχτεί κάποιος πίσω από τις λεύκες και να της πετάξει πέτρα. Της έμοιαζε πως ένιωθε τα μάτια όλων πίσω από τα τζάμια, να την παρακολουθούν αυστηρά, να την κατακρίνουν. Περπατούσε σκυμμένη με το μαντίλι καλά κατεβασμένο πάνω στα μάτια, ελπίζοντας να περάσει απαρατήρητη. Πού να πάει; Δεν είχε πια κανένα δικό της, και το πατρικό της ήταν το μόνο μέρος που της απέμενε. Επέστρεψε εδώ, παρόλο που ήξερε τη δυσμένεια που ένιωθαν πια οι χωριανοί για εκείνη. Μετά από εκείνη, είχε μείνει το μισό χωριό χωρίς μεροκάματο και το μίσος δεν ξεχάστηκε. Είχε αλλάξει πολύ αυτά τα χρόνια, μέσα της και έξω της. Δεν θύμιζε σε τίποτα τη χαμογελαστή, ανέμελη κοπέλα που πριν έξι χρόνια, με τα μεγάλα γαλανά μάτια της, κατάφερε να μαλακώσει την ψυχή του σκληρού Μανώλη Παπαγεωργίου. Καλοφτιαγμένη, με καστανά μαλλιά, μα χωρίς άλλους δικούς, έμενε ολομόναχη στο παλιό σπιτάκι της, δίπλα στο ρέμα. Τότε, ο Μανώλης είχε σχεδόν αγιοποιηθεί στο χωριό – όλοι δούλευαν για εκείνον. Και η Μαρία πίστεψε πως της χάρισε η τύχη το μεγάλο λαχείο της ζωής της όταν τη δέχτηκε σπίτι του. Δεν ήταν, όμως, όπως το φανταζόταν. Ο Μανώλης ένιωθε τον εαυτό του κάτι σαν τοπικό άρχοντα, από κείνους που όλοι πρέπει να υπακούν. Η Μαρία γρήγορα κατάλαβε πως για εκείνον ήταν απλώς μια υπηρέτρια για διασκέδαση, κι όμως, μεθυσμένη από τη σημασία που της έδινε τόσο σπουδαίος άνδρας, άργησε να δει την αλήθεια. Της απαγόρευσε πρώτα τις επισκέψεις από φίλες, μετά τα «προκλητικά» ρούχα και τη βαφή, ώσπου η ζωή της έγινε ένα ατέλειωτο «μη». Στο σπίτι, τον περίμενε να γυρίσει, έφτιαχνε σούπες και καθάριζε. Ούτε λόγος για δουλειά. Η ζήλια του τον τρέλαινε και εκείνη προσπαθούσε να του αποδείξει πως δεν είχε άλλον. Γρήγορα κατανόησε πως το πρόβλημα ήταν ο ίδιος. Όσο και να προσπαθούσε να τον καλοπιάσει, εκείνος πάντα αγριευόταν. Σαν άρχισε τα χτυπήματα, η Μαρία γύρισε στο φτωχικό της με μοναδική ελπίδα να ξεχάσει. Η μοίρα, ωστόσο, της φύλαγε βαρύτερο χτύπημα. Την επόμενη μέρα, ο Μανώλης ήρθε παραβιάζοντας την ησυχία της. Καθάριζε τότε η Μαρία την κουζίνα με τα παράθυρα ανοιχτά, μοσχοβολούσε σαπούνι κι αέρας φρέσκος φυσούσε. Όταν εκείνος τίναξε με λύσσα το κουβά, το νερό απλώθηκε σαν λίμνη στο πάτωμα. Η Μαρία ήξερε πως στη σειρά ερχόταν εκείνη. Δεν θυμάται τι ακριβώς έγινε μετά. Το μυαλό της – λυπημένο – αρνιόταν να αναπολήσει τη μέρα εκείνη. Συνήλθε μονάχα μόλις η αυλή γέμισε αστυνομικούς, που της έκαναν ερωτήσεις κραδαίνοντας σακούλι με μαχαίρι. Οι γείτονες να σπρώχνονται έξω, οι κουρτίνες κομματιασμένες, κι ο Μανώλης καταγής μέσα στη μέση της κουζίνας. «Τον έφαγε τον άνθρωπο!», ακούστηκε πίσω από το φράχτη. «Αν κρατιόταν λίγο… θα ζούσε!», «Τι της έλειπε μωρέ; Σαν βασίλισσα ζούσε!», «Μας χάλασες το χωριό! Τώρα τι δουλειά θα έχουμε;» Οι φωνές φούσκωσαν πάνω απ’ το σπίτι: «Τι θα κάνουμε; Τι θα φάμε;» Η Μαρία καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκισης – κοινό καθεστώς. Οι μέρες κύλησαν δύσκολες αλλά όχι βασανιστικές όπως τις είχε πλάσει με το νου της. Χάρη στον ήσυχο χαρακτήρα της και την ικανότητα ν’ αφουγκράζεται και να συμπονά, έκανε φίλες που γλύκαναν την μοναξιά. Μα στα μάτια της δεν είχε μείνει πια το αθώο, γαλανό βλέμμα. Τα μαλλιά της είχαν βαρύνει στα γκρίζα και καμιά πρωινή όρεξη δεν έβρισκε να φορέσει χρώματα. Δεν θα φανταζόταν ποτέ η Μαρία πως θα βρεθεί πίσω από κάγκελα. Πάντα πίστευε πως μόνο άχρηστοι κι εγκληματίες έχουν γι’ αράξιμο τις φυλακές. Μα δεν λένε στην Ελλάδα «ποτέ μη λες ποτέ»; Η μοίρα γυρίζει, και σε σπάει χωρίς προειδοποίηση. Έτσι έγινε και σ’ εκείνη – έγινε «φυλακισμένη». Περπατούσε τώρα με το μαντίλι να σκιάζει το πρόσωπο και η καρδιά της χτυπούσε βιαστικά. Υπήρχε άραγε ακόμα το σπιτάκι της; Μπορεί να το είχαν γκρεμίσει... Όμως εκεί, ανάμεσα σε δυο φουντωτές λεύκες, φάνηκε καθαρά η γνωστή σκεπή. Από το φαράγγι ανέβαινε δροσιά, ακούγονταν ρυάκι και τα βράδια γέμιζε από τον ήχο βατράχων όπως παλιά. Πόσες φορές τα είχε φανταστεί αυτά τα απογεύματα, πόσες τα είχε δει στο όνειρο! Κι εκεί, πίσω απ’ το φαράγγι, τα πευκοδάση γεμάτα μανιτάρια... Να μπορούσε να τρέξει με το καλαθάκι της! Γλίστρησε αθόρυβα στην αυλόπορτα κι έβγαλε το κλειδί από την κρυψώνα της σκεπής. Άνοιξε την πόρτα και δεν της ήρθε χτυπητή η βαριά μυρωδιά της εγκατάλειψης. Πάτησε το διακόπτη και το φως απλώθηκε στην κουζίνα. Τα πάντα περιποιημένα, μια γεράνι φούξια άνθιζε γαλήνια στο παράθυρο. Απόρησε – κάποιος πρόσεχε το σπίτι! «Μαράκι, Μαρία!», ακούστηκε στον προθάλαμο και μπήκε λαχανιασμένη η γειτόνισσα, η Κυρά Δέσποινα. «Να δεις πού φτάσαμε, κορίτσι μου! Πώς άλλαξες…», είπε αντί για καλησπέρα. «Είδα φως και έτρεξα. Έφερα γάλα φρέσκο και λίγο ψωμάκι, να ζεσταθείς, βρε αγάπη μου». Άφησε στο τραπέζι το βάζο και το ψωμί τυλιγμένο με μαντίλι. «Εσύ πρόσεχες το σπίτι;» ρώτησε η Μαρία. «Αλλιώς να το αφήσω; Δεν γίνονται αυτά!», είπε η Δέσποινα, και δυο δάκρυα κύλησαν ανακούφισης απ’ τα μάτια της Μαρίας. «Πάω τώρα, Μαρία μου… Κάποιοι ακόμα έχουν βαριά καρδιά μαζί σου. Να μην ταράξω τον άντρα μου που ήρθα…» Άναψε λίγο ακόμα η ελπίδα μες στο στήθος της. Κάποιος τη στήριζε ακόμα. Έβρασε γρήγορα ένα ποτήρι φρέσκο γάλα – κι εκεί που το αναστέναζε, κάποιος χτύπησε δειλά την πόρτα. Στο κατώφλι στεκόταν ένα αγοράκι, καμιά δεκαριά χρονών, που αμήχανο της έδωσε ένα σακούλι. «Η μαμά μου σ’ το στέλνει…», ψέλλισε, και το άρωμα απ’ το καπνιστό παστό έκανε τη Μαρία να γελά, με τα σάλια να τρέχουν. «Να ευχαριστείς τη μητέρα σου», του είπε – τα παιδιά είχαν ψηλώσει, δεν τα γνώριζε πια. Κατόπιν μπήκε, όπως παλιά, φουριόζα, η παλιά της φίλη, η Κατερίνα – τόσα χρόνια πριν, κολλητές πριν τον Μανώλη. Η Μαρία λυγισμένη, αγκαλιάστηκε μ’ αναφιλητά. «Νόμιζα πως κανείς δε θα μου μιλήσει πια...» «Άσε τις ανοησίες», της απάντησε η Κατερίνα, «Η γυναικεία φιλία δεν ξεχνιέται! Αυτοάμυνα ήταν, το ξέρουμε. Οι άντρες δεν καταλαβαίνουν, θυμώνουν γιατί αναστατώθηκε το χωριό. Μόλις έμαθα πως ήρθες – σου ‘φερα λίγα λαχανικά απ’ τον κήπο. Ξεκουράσου απόψε, αύριο θα μιλάμε μέχρι να μας βρει το ξημέρωμα!» Τόσο συγκινημένη η Μαρία, δεν κατάφερε να φάει πολύ. Κατάλαβε πως αδικούσε τους γείτονες με τις σκέψεις της και πως τουλάχιστον οι γυναίκες δεν τη λησμόνησαν. Ξάπλωσε στη φρέσκα σεντόνια, κι όταν μόλις βάρυναν τα βλέφαρά της, ακούστηκε χτύπος στο τζάμι. Τον αναγνώρισε, κι ας ήταν σκοτεινά – ο Oρέστης, ο ντόπιος άτυπος κοινοτάρχης, πάντοτε λόγιος. «Μη βγεις έξω, Μαρία, από το παράθυρο θα τα πούμε. Εμείς με τα παιδιά μαζευτήκαμε και το σκεφτήκαμε καλά – κουταμάρα να σου κρατάμε κακία. Ξέρουμε τι συνέβη. Δύσκολα χωρίς τον Παπαγεωργίου, ναι… Μα βέβαια ο ίδιος φταίει, πρέπει να το παραδεχτούμε. Να, σου μαζέψαμε μεταξύ μας λίγα ευρώ, να ‘χεις για τις πρώτες μέρες. Πάρε τα!» Και πριν προλάβει να αντιδράσει η Μαρία, ο Oρέστης της άφησε τα χρήματα στο περβάζι κι έσβησε μες τη νύχτα. Συγγραφέας: Άννα ΠαπαδοπούλουΗ σιωπή απλώθηκε … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους