― Γρηγόρη, ήρθε η ώρα σου. Σου προτείνω να πας σ’ έναν γιατρό. Να ελέγξεις την καρδιά σου. ― Και τι δεν πάει καλά με την καρδιά μου; ― Νομίζω, πως δεν έχεις! Ο Άρης δεν καταλάβαινε καθόλου γιατί η...
25#
Πλήρες Κείμενο:
― Γρηγόρη, ήρθε η ώρα σου. Σου προτείνω να πας σ’ έναν γιατρό. Να ελέγξεις την καρδιά σου. ― Και τι δεν πάει καλά με την καρδιά μου; ― Νομίζω, πως δεν έχεις! Ο Άρης δεν καταλάβαινε καθόλου γιατί η εξώπορτα της πολυκατοικίας, απ’ όπου είχαν τόσες φορές επιστρέψει μαζί απ’ τη βόλτα, ήταν τώρα κλειστή. Κάθισε απέναντι απ’ την παλιακή καφέ πόρτα. ― Μήπως έκανα λάθος; ― σκέφτηκε. ― Όχι! ― απάντησε σίγουρος στον εαυτό του. Οι μυρωδιές του έλεγαν ― αυτή είναι. ― Απλά πρέπει να περιμένω λίγο ακόμα κι ο αφέντης θα θυμηθεί ότι με πήρε με το αυτοκίνητο στο βουνό και μ’ άφησε εκεί. Παιχνίδι είναι! Όμως εγώ βρήκα το δρόμο. Τώρα περιμένω! Άρχισε να χιονίζει. Τα πόδια του Άρη πάγωναν όλο και περισσότερο. Το σώμα του έτρεμε, κι ούτε το τρίχωμά του τον βοηθούσε πια. ― Το σημαντικό είναι να μη σκέφτομαι την πείνα. Θα με δουν, θα χαρούν, και θα μου δώσουν μια μεγάλη, νόστιμη κόκκαλα... Ο μικρός τρεμάμενος σκύλος πλησίασε σε μια χιονοστιβάδα και άρχισε να τρώει χιόνι. Έλιωνε στο στόμα του. Η δίψα του λιγόστευε, μα το κρύο μεγάλωνε. Όσο μπορούσε, τέλος πάντων... ― Τώρα θα με βάλουν μέσα, θα ξαπλώσω δίπλα στη μεγάλη, λευκή σόμπα. Πρώτα κόκκαλα. Μετά σούπα. Και μετά να γαυγίζω σ’ όλους. Ξέρω, φυσικά, πως ήταν όλα δοκιμασία. Με εκπαίδευαν. ― Έψαχνα την αυλή μας για νύχτες. Χθες, τρύπωσα από μια ανοιχτή πόρτα, να ζεσταθώ λιγάκι. Το πρωί ξύπνησα με μια κλωτσιά απ’ τον θυρωρό. Ούρλιαξα. Δεν είχα δύναμη ούτε να τον δαγκώσω. ― Οι άνθρωποι είναι παράξενοι. Όταν περπατάω με λουρί κι ο αφέντης είναι μαζί μου, σχεδόν όποιος περνάει μας χαμογελά. Όταν είμαι μόνος, όλοι με κοιτούν άσχημα. Εκείνος ακόμα με κλώτσησε. Τώρα με πονάει το πλευρό. Ο Άρης περίμενε ώρες καρφωμένος στα μάτια της πόρτας. Κανείς δεν έμπαινε ή έβγαινε. Άρχιζε να σιγοκλαίει. Στις σκέψεις του ήταν ήδη ζεστός και χορτάτος. ― Λίγο ακόμη να περιμένω. Λίγο… Η χιονοθύελλα δυνάμωνε. Ο Άρης δεν ένιωθε πια τις πατούσες του. Κουλουριάστηκε και χαμήλωσε το κεφάλι. Σιγά-σιγά, η συνείδησή του άρχιζε να χάνεται. Είχε εκπληρώσει το καθήκον του. Ήταν δύσκολο, μα βρήκε την πολυκατοικία τους. Ήταν καλός σκύλος. Έπρεπε να κοιμηθεί... Ο κύριος Νίκος Παπαδάκης ήταν σπίτι μόνος του. Οι δουλειές του: να δει τηλεόραση, να πιει τσάι, μετά πάλι τηλεόραση, ύστερα λίγο ύπνο και ξανά τσάι... Άλλες δουλειές δεν είχε σήμερα. Κι εδώ που τα λέμε, για τα επόμενα δέκα χρόνια το ίδιο πρόγραμμα. Παλιά… τι να λέμε! Οδηγός στον ηλεκτρικό. Μετέφερε καθημερινά κόσμο απ’ τα δυτικά στα βάθη της Αθήνας. Ήταν κομμάτι του μεγάλου κυκλοφοριακού συστήματος της πόλης. Και, κυρίως, ήταν χρήσιμος. ― Σιγά! ― παρηγορούσε τον εαυτό του ― Έρχεται η άνοιξη. Θα φυτέψω ντομάτες. Φτάνει να περάσει ο χειμώνας! Πήγε στο μικρό κουζινάκι. Έβαλε το βραστήρα με νερό. Παλιά, όσο περίμενε να βράσει, πάντα έβρισκε κάποιον να τα πούνε. Τώρα, όλοι είχαν φύγει. Γρήγορα. Τον άφησαν μόνο του. Ο βραστήρας άρχισε να βράζει. Με το ίδιο πάντα κίνημα άνοιξε το ντουλάπι για το τσάι. Είχε μείνει μόνο το κουτάκι - άδειο. ― Φτου! Τέλειωσε. Πρέπει να πάω στο μαγαζί, ― σκέφτηκε με μια παράξενη χαρά. Έβαλε το παλτό του και βγήκε απ’ το διαμέρισμα. ― Η λάμπα στην είσοδο πάλι κάηκε… Ίσως και να την ξανακλέψανε. Πρέπει να πάρω καινούρια. Στην επιστροφή, ― σημείωσε ο νους του. Μόλις άνοιξε την εξώπορτα και έκανε μερικά βήματα, σκόνταψε σε κάτι και παραλίγο να πέσει. ― Πω, πω μάνα μου! ― μουρμούρισε. Ήταν σκύλος, σκεπασμένος με χιόνι. Το χιόνι πάνω του ήταν αμάλακτο. ― Άρη μου! ― αναγνώρισε αμέσως ο κύριος Νίκος τον σκύλο της γειτόνισσας. ― Άρη, αγόρι μου! Είσαι καλά; Περίμενε, θα χτυπήσω το θυροτηλέφωνο στους δικούς σου. ― Έτρεξε στο θυροτηλέφωνο κι επέλεξε το διαμέρισμα της οικογένειας του Άρη. Τίποτα. Μετά, χτύπησε στους απέναντι. Απάντησαν εκείνοι. ― Εγώ είμαι, ο γείτονάς σας. Μήπως γνωρίζετε πού είναι οι δίπλα απ’ το εξηντατέσσερα; Ο σκύλος τους εδώ πάγωσε! ― Έφυγαν. Χώρισαν μάλλον. Το διαμέρισμα πουλιέται. ― Πω, πω Χριστέ μου! Ευχαριστώ. Ο κύριος Νίκος έβγαλε το μπουφάν του και το άπλωσε δίπλα στον σκύλο. Με τα γάντια του καθάρισε το χιόνι, σήκωσε τον Άρη απαλά και τον έβαλε στο ζεστό. Ο σκύλος δεν φαινόταν να ανασαίνει. ― Πανάθεμά σε! Άρη, αναπνεύσε! Τον τράβηξε μέσα, δίπλα στη σόμπα. Χάιδεψε το παγωμένο του τρίχωμα. Μετά, χτύπησε την πρώτη πόρτα που βρήκε στο ισόγειο. Του άνοιξε η Ντίνα. ― Κύριε Νίκο, τι έγινε; ― Ντίνα, ο σκύλος... Σε παρακαλώ. Βρες το κοντινότερο κτηνιατρείο και κάλεσε μας ταξί. ― Έλα, Ελένη; ― Ναι, ποιος είναι; ― Ο γείτονάς σας, από το εβδομήντα δύο, ο Νίκος Παπαδάκης. Μου ‘δωσε το τηλέφωνό σας η Ντίνα. ― Α, καλησπέρα κύριε Νίκο. ― Για τον Άρη σας παίρνω. ― Αυτό στον Γρηγόρη να το πείτε. Εγώ ποτέ δεν τον ήθελα αυτόν τον σκύλο. ― Εμείς τώρα είμαστε σε... ― Κύριε Νίκο, ο άλλος δεν καταφέρνει να πληρώνει ούτε το δάνειο... Και πήγε και πήρε σκύλο. ― Ξέρετε πόσα χρόνια εγώ βαστούσα το σπίτι; Του ζήτησα να ξεφορτωθεί τον σκύλο... Ούτε αυτό δεν κατάφερε! Καλησπέρα! ― Έλα, Γρηγόρη; Εδώ Νίκος, ο πρώην γείτονας. Ο Άρης σου γύρισε σπίτι! ― Κάπου μπερδεύεστε. Ο Άρης μας χάθηκε στο βουνό. ― Σας διαβεβαιώνω. Είναι ο Άρης! ― Δεν γίνεται αυτό. ― Καταλαβαίνω… Δεν φέρεστε έτσι σ’ αυτά τα πλάσματα. ― Δεν σας καταλαβαίνω! ― Καταλαβαίνεις. Χαίρομαι που δεν έχω πια τέτοιους γείτονες. Πέρασαν μερικοί μήνες απ’ τη μέρα εκείνη. Ο Άρης ζούσε σε άλλο σπίτι. Έχασε τα ακροδάχτυλα των αυτιών του κι ακόμα τον πλήγωναν δυο πατούσες, μα είχε μάθει. Κατάλαβε πως δεν ήταν παιχνίδι. Ήταν το παιχνίδι δυο μεγάλων, μα ο Άρης έπρεπε να κάνει το «πέθανε». Για τα καλά. Κατάλαβε ακόμη πως τώρα είχε νέο αφεντικό. Βγαίναν βόλτα τρεις φορές τη μέρα. Ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός ο κύριος Νίκος, και για να μην κολλάει στην τηλεόραση, ο Άρης τον έβαζε να τρέχει. ― Παράξενοι αυτοί οι άνθρωποι. Οι άλλοι γελούσαν, μα λίγο… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους