[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

27 Απριλίου Σήμερα γύρισα στις ρίζες μου, στο χωριό της θείας μου, της Αγγελικής. Πάντα ήταν πιο κοντά στη μητέρα μου απ’ όλους και της είχε υποσχεθεί, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, πως δεν θα την...

25#

Πλήρες Κείμενο:

27 Απριλίου Σήμερα γύρισα στις ρίζες μου, στο χωριό της θείας μου, της Αγγελικής. Πάντα ήταν πιο κοντά στη μητέρα μου απ’ όλους και της είχε υποσχεθεί, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, πως δεν θα την αφήσω ποτέ μόνη της έτσι, ανήμπορη. Η θεία Αγγελική είναι μικροκαμωμένη και πια αρκετά ηλικιωμένη. Έχω προσπαθήσει τόσες φορές να την πείσω να έρθει στην Αθήνα, να μείνει μαζί μας – εκεί θα έχει το δικό της δωμάτιο, θα κάνει παρέα με άλλες κυρίες στην αυλή, θα γελάμε και θα της κάνω τη ζωή πιο εύκολη. Εκείνη όμως δεν δέχεται∙ δε θέλει ν’ αφήσει το σπιτάκι της. Έτσι κάθε τρεις μήνες παίρνω πέντε μέρες άδεια από τη δουλειά – ευτυχώς είμαι διευθυντής στο τμήμα, οπότε τα κουμαντάρω όπως θέλω – και κατεβαίνω στο χωριό. Δύο μέρες στο δρόμο, τρεις για να βοηθήσω τη θεία με τις δουλειές του σπιτιού. Καλό είναι που ο αφεντικός μου είναι κολλητός μου∙ όλα τα συνεννοούμαστε εύκολα. Αυτή τη φορά όμως δεν κατάφερα να κατέβω το Μάρτιο, λόγω δουλειάς έφτασα στο τέλος του Απρίλη. Η θεία Αγγελική είχε πέσει πολύ αυτόν το χειμώνα. Η κυρά Ελένη, γειτόνισσά της, μου είπε πως της είχαν φωνάξει δύο φορές το ΕΚΑΒ. «Γιατί δεν μου το είπατε; Της τηλεφωνούσα και όλα καλά μου λέγατε!», είπα στην Ελένη. Εκείνη όμως είχε υποσχεθεί να μην μου πει τίποτα, «μη σε ανησυχώ στη δουλειά» είπε η θεία. «Μόλις φύγω, τότε να ειδοποιήσεις». Πήγα στο μπακάλικο να προμηθευτώ όσα μου είχε γράψει η θεία: ζάχαρη, αλάτι, διάφορα όσπρια, κονσέρβες, γάλα εβαπορέ, ό,τι χρειαζόταν το σπίτι. Επιστρέφοντας, στη ξύλινη σκάλα, με περίμενε ένα κουτάβι – μια σταλιά, κανα πέντε μηνών, μα με κεφάλι μεγάλο και μουσούδα μακριά. «Θεία Αγγελική, από πού ήρθε ο σκύλος;» «Βρέθηκε εδώ πριν ένα μήνα. Ένοιξα την αυλόπορτα και τον βρήκα να τρέμει απ’ το κρύο, ολόπετσος. Τον φρόντισα, να μου κάνει λίγη παρέα». Ο σκύλος αμέσως πήδηξε πάνω μου, το κεφάλι του στο γόνατό μου. Πάντα ήθελα έναν τέτοιον γλυκό σκύλο όταν ήμουν παιδί, μα οι γονείς μου δεν το επέτρεπαν. Ούτε τώρα καθόταν εύκολο – η Ειρήνη, η γυναίκα μου, είχε φέρει μια γάτα παλιά, έμεινε τρία χρόνια μαζί μας και χάθηκε. Δεν κάναμε παιδιά τελικά – δεν τα κατάφερε – και σχεδόν συμφιλιωθήκαμε με τη μοναξιά μας, ταξιδεύαμε μονάχοι μας όσο μπορούσαμε. «Και πώς τον φώναζεις;» «Τον λέω Άρη. Έτσι έλεγαν τον γάτο μου». Έβαλα τα γέλια: «Μα γίνεται, να έχει σκύλος όνομα γάτου;» «Σιγά τώρα, αφού με το όνομά του έρχεται, τι σε νοιάζει;» Τις μέρες που έμεινα, ο Άρης ήταν πάντα δίπλα μου. Προτού φύγω, παρακάλεσα τη θεία να μου λέει τα πάντα αν δεν ένιωθε καλά. «Ό,τι χρειάζεσαι, θα μου τηλεφωνήσεις και θα στα φέρω εγώ», της είπα. «Σε κουράζω, Παναγιώτη μου. Τρέχεις για μένα συνέχεια, δεν είναι σωστό… Δεν έχω και πολύ ακόμα». «Μην τα λες αυτά, θεία. Όσο πιο πολύ κρατήσεις, τόσο καλύτερα. Εγώ χαίρομαι να βοηθάω». Πήρε βαθιά ανάσα: «Να σου ζητήσω μια χάρη; Αν φύγω ξαφνικά, μην παρατήσεις τον Άρη μου. Είναι ζωντανό πλάσμα». «Δεν θα τον αφήσω, θα τον βάλω σε καλό σπίτι». «Όχι, να τον πάρεις εσύ. Νομίζω δεν ήρθε τυχαία να με βρει». Εκεί ο σκύλος έσπρωξε τη μουσούδα του στα γόνατά μου, με κοίταξε επίμονα στα μάτια. «Σύμφωνοι, θεία μου. Αν έρθει εκείνη η ώρα, ο Άρης θα έρθει μαζί μου». Όντως, ένα μήνα μετά η θεία Αγγελική έφυγε από τη ζωή. Της κάναμε την κηδεία όπως πρέπει, κάτσαμε και εννιά μέρες όπως το έθιμο με τις γειτόνισσες. Μετά πήρα τον Άρη – τον «τυχερό» μας – στο κοιμητήριο, να της πούμε το δικό μας αντίο. Όταν ήρθε η ώρα να επιστρέψω Αθήνα, ετοίμασα λουρί και φίμωτρο και πήγαμε στον σταθμό να πάρουμε το τρένο. Αγόρασα εισιτήρια για το βαγόνι που επιτρέπονται τα ζώα. Μπαίνοντας στο κουπέ, ο Άρης ανασηκώθηκε και άρχισε να γρυλίζει σ’ έναν άντρα που καθόταν δίπλα στο παράθυρο. Γύρισε ο τύπος και αγανάκτησε: «Μα τι κάνετε, έχετε λύκο εδώ μέσα;» «Τι λέτε, φίλε; Σκύλος είναι, ο Άρης μου». «Σκύλος; Αυτός είναι λύκος, κυνηγάω και ξέρω». Ο Άρης φοβέρισε πάλι. «Μαζέψτε το θηρίο, πριν σας το ξεπαστρέψω!» Τον αποκρίθηκα: «Κοίτα να ηρεμήσεις, κανείς δεν σε πειράζει. Αστον ήσυχα να κάνεις το ταξίδι σου». Φεύγει τότε αγριεμένος και κάθεται στο διάδρομο. Μείναμε μόνοι. Κοίταξα τον Άρη στα μάτια. «Άρη, εσύ είσαι όντως λύκος;» Ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια μου, κουνώντας ουρά. «Και να είσαι, εσύ για μένα είσαι μοναδικός». Σε λίγο εμφανίστηκε η προϊστάμενη του βαγονιού. «Έχετε με λύκο ή σκύλο εδώ;» «Ποιός σας το είπε; Είναι μια ειδική φυλή, ελληνικός ποιμενικός. Είναι σκύλος ανιχνευτής – η δουλειά μου». «Έχετε χαρτιά για το ζώο;» «Φυσικά. Μισό λεπτό να τα βρω». Έψαξα δήθεν στις τσέπες και μετά τρόμαξα: «Τα χαρτιά τα ξέχασα δίπλα στο ταμείο, όταν αγόραζα τα εισιτήρια. Χωρίς αυτά, δεν θα μας έδιναν θέση – το ξέρετε». «Φυσικά», μου είπε και έφυγε. Τα χαρτιά τα «είχε» ετοιμάσει η κόρη της κυρά Ελένης, που δούλευε στο σταθμό. Έτσι φτάσαμε χωρίς φασαρίες. Την επόμενη, πήγα τον Άρη στην κτηνίατρο. Μόλις τον είδε, με ρώτησε: «Είστε από τσίρκο;» «Όχι, γιατί;» «Γιατί έχετε λύκο». Αναστέναξα. «Είναι λύκος, αλλά όχι από τσίρκο. Είμαι απλώς ανιψιός της θείας Αγγελικής και κράτησα το ζώο όπως μου ζήτησε πριν φύγει». Η γιατρός τον κοίταξε καλά. «Δεν είναι καθαρός λύκος, αλλά μίγμα. Ένας γονιός του μάλλον γερμανικός ποιμενικός. Τα "λυκοσκαμπίλια" είναι ήρεμα, πιστά και δεν δημιουργούν προβλήματα. Ας τον καταχωρήσουμε, να κάνουμε εμβόλια να μην έχετε μελλοντικές φασαρίες». Η Ειρήνη, η γυναίκα μου, τον αγάπησε αμέσως. Του έμαθε τα πάντα: μπάνιο, βόλτες, φαγητό. Πέρασαν περίπου δέκα μήνες. Στη διάρκεια των γιορτών, ένα βράδυ, βγήκε με τον Άρη να περπατήσει στο πάρκο της γειτονιάς, στην Καλλιθέα – είχε μείνει μέρες κλεισμένη μέσα και ήθελε να ξεσκάσει. Ξαφνικά ο Άρης τεντώνει τα αυτιά, σπρώχνει την Ειρήνη και χάνεται στα δέντρα. Έτρεχε και τον φώναζε – χάθηκε για πέντε-επτά λεπτά. Όταν πια πήγαινε να με καλέσει πανικόβλητη, βλέπει τον Άρη να προσπαθεί να σύρει κάτι με το στόμα του: ένα δεμάτι, ένα βρέφος, ζωντανό. Η Ειρήνη κινείται αστραπιαία∙ είναι γιατρός και ήξερε τι να κάνει, αλλά κάλεσε αμέσως το ΕΚΑΒ και την αστυνομία. Ήρθαν γρήγορα. Επειδή είχε το σκύλο, δεν μπορούσε να πάει μαζί τους, οπότε αφήνοντας τον Άρη σπίτι, έτρεξε στο νοσοκομείο με τον Παναγιώτη. Εκεί τους ενημέρωσαν πως είναι κοριτσάκι, περίπου ενός μηνός, υγιέστατο. Πάνω στο ρουχαλάκι της βρήκαν ένα σημείωμα: τη λένε Καλλιόπη, και η μητέρα ζητούσε να δοθεί σε καλούς ανθρώπους. Η Ειρήνη τη ζήτησε να τη δει και η καρδιά της μαλάκωσε αμέσως. Με κοίταξε, κατάλαβα το νόημά της και συμφώνησα. Δήλωσε στην υπεύθυνη πως είναι γιατρός και πως θα την υιοθετήσουμε εμείς – να μη δοθεί πουθενά αλλού. Δύο μήνες μετά, στο σπίτι μας ήρθε το αγγελούδι που βρήκε ο Άρης, η Καλλιόπη μας. Όπως είχε πει η αγαπημένη μου θεία: τυχαία δεν ήρθε ο Άρης στην πόρτα μας…Και έτσι γίναμε τρεις—κι ο Άρης, πιστός φρουρός και σύνδεσμος με τη θεία Αγγελική, έγινε τέσσερις. Τα βράδια, όταν η μικρή Καλλιόπη μισοκοιμόταν στην αγκαλιά της Ειρήνης και ο Άρης κούρνιαζε δίπλα στα πόδια μας, ένοιωθα πως όλα … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences