ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑ ☀️ «Τα πουλιά που γεννιούνται σε κλουβί νομίζουν ότι το πέταγμα είναι ασθένεια». ΑΛΕΧΑΝΤΡΟ ΧΟΔΟΡΟΦΣΚΙ *** Η περίπτωση του πρωτοπόρου αμερικανού σκηνοθέτη Ντέιβιντ Γουόρκ Γκρίφιθ (1875...
25#
Πλήρες Κείμενο:
ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑ ☀️ «Τα πουλιά που γεννιούνται σε κλουβί νομίζουν ότι το πέταγμα είναι ασθένεια». ΑΛΕΧΑΝΤΡΟ ΧΟΔΟΡΟΦΣΚΙ *** Η περίπτωση του πρωτοπόρου αμερικανού σκηνοθέτη Ντέιβιντ Γουόρκ Γκρίφιθ (1875-1948) είναι τόσο πολλαπλά διδακτική, όσο κι ασυνήθιστα αλλόκοτη. Γιος ενός αξιωματικού των Νοτίων που πέθανε από επιπλοκές ενός παλιού του τραύματος κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1861-1865), όταν ο Ντέιβιντ ήταν μόλις δέκα χρονών, μεγάλωσε με όλες τις στερήσεις, τις πικρίες και τις προκαταλήψεις που συνοδεύουν το πεπρωμένο των απανταχού ηττημένων. Στον κινηματογράφο επέδειξε πρωτόγνωρες καλλιτεχνικές αρετές. Σύμφωνα με τον βρετανό συγγραφέα, ιστορικό και κριτικό Ντέιβιντ Τόμσον στο «Νέο βιογραφικό λεξικό των ταινιών» (Little, Brown Book Group, αναθεωρημένη κι εμπλουτισμένη έκδοση, 2010), o Γκρίφιθ είχε την ευκαιρία να απελευθερώσει τον αμερικανικό κινηματογράφο από τους τεχνικούς και καλλιτεχνικούς περιορισμούς που συνεπαγόταν η επίμονη προσκόλλησή του στη μακραίωνη θεατρική παράδοση. Πριν από τον Γκρίφιθ οι ταινίες δεν ήταν παρά φιλμαρισμένες «θεατρικές παραστάσεις», με την κάμερα απόμακρη από τα δρώμενα και αμετακίνητη. Ο Γκρίφιθ ήταν εκείνος που χρησιμοποίησε πρώτος την εναλλαγή μακρινών, μεσαίων και κοντινών πλάνων, προκειμένου να αναβαθμίσει και να εμβαθύνει τη μέθεξη του θεατή με όσα διαδραματίζονται στο πανί. Σε αντίθεση με τις ριζοσπαστικές αρτίστικες καινοτομίες του, ο Γκρίφιθ δεν κατάφερε εξίσου καλά να αποδεσμευτεί και από τις προκαταλήψεις του. Η πιο διάσημη ταινία του –η «Γέννηση ενός έθνους» (1915)- είναι και η πλέον διαβόητη: «ο ρατσισμός στη "Γέννηση"», σημειώνει ο Τόμσον, «φέρνει τον θεατή σε δύσκολη θέση», ακόμη και για τα φιλο-ρατσιστικά σταθμά των Νοτίων εκείνης της εποχής. Το σενάριο, βασισμένο στο μυθιστόρημα «Ο άνδρας της Κου Κλουξ Κλαν» (The Clansman) του Τόμας Ντίξον, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως ένα μνημείο μισαλλοδοξίας και μονομέρειας, όπου όλοι οι καλοί/τίμιοι/γενναίοι εντοπίζονται στις γραμμές των Νοτίων και όλοι οι κακοί/μοχθηροί/προδότες στις γραμμές των Βορείων, με ύψιστη διακύβευση τη μοίρα των χειρότερων από τους χειρότερους: των διεφθαρμένων κι έκφυλων «μαύρων σατανάδων». Αντικατοπτρίζει παράλληλα την πνευματική και συναισθηματική καθήλωση ενός σκηνοθέτη στην άγουρη ηλικία που έχασε τον πατέρα του. Ο ίδιος ο Γκρίφιθ, άλλωστε, φαίνεται πως πήρε κατάκαρδα την κατακραυγή εναντίον του και αποφάσισε, την επόμενη κιόλας χρονιά, να αποδείξει ότι δεν είναι ο φανατικός προκατειλημμένος που όλοι νομίζουν ότι είναι. Με τη «Μισαλλοδοξία» (1916) έκανε μια στροφή 180 μοιρών κι έδωσε μια αποστομωτική απάντηση, πρωτίστως στον… εαυτό του. Οι θεατές, πάλι, εξέδωσαν τη δική τους ετυμηγορία. Πανάκριβες υπερπαραγωγές, αμφότερες οι ταινίες, είχαν το ακριβώς αντίθετο κισμέτ στα ταμεία: η «Γέννηση ενός έθνους» θριάμβευσε• η «Μισαλλοδοξία» πάτωσε. Πέραν των άλλων, η γνωμάτευση των θεατών μπορεί να εκληφθεί και ως ψήφος εμπιστοσύνης στην ειλικρίνεια περισσότερο του «πρώτου» παρά του «δεύτερου» Γκρίφιθ. Συνδυάζοντας την αρχική ρήση του Χοδορόφσκι με την υποτιθέμενη μεταστροφή του Γκρίφιθ, παρατηρούμε ότι οι πιο πολλοί από τους συνανθρώπους μας δεν αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως ένα κλουβί μισαλλοδοξίας περικυκλωμένο από ένα πέλαγος ανεκτικότητας –αυτό θα ήταν το καλό σενάριο- αλλά ως μια ατέρμονη ακολουθία από κλουβιά μισαλλοδοξίας, με μόνη τη δυνατότητα εκ μέρους μας να μεταπηδήσουμε από το ένα κλουβί στο άλλο. Έτσι εξηγείται και γιατί δεν μας προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση όταν ακούμε, βλέπουμε ή διαβάζουμε ότι ο χτεσινός «βαμμένος» κομμουνιστής μεταλλάχτηκε στον σημερινό εξίσου «βαμμένο» αντικομμουνιστή: ακλόνητος βράχος στις απόψεις του τότε, ακλόνητος βράχος στις απόψεις του και τώρα, αφού δεν αναγκάστηκε να αλλάξει όντως απόψεις, παρά μονάχα φερετζέ για να τις καλύψει και κλουβί για να τις στεγάσει. Τα παραδείγματα από την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια ιστορία πάμπολλα –δεν θα σπαταλήσουμε εδώ χώρο για να τα υπενθυμίσουμε. Αρκεί να ρίξουμε μια επί τροχάδην ματιά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και θα σκοντάψουμε σε ποικιλία παραλλαγών από την ίδια πάντα «κλιμάκωση» διαλόγου μεταξύ «κωφών». Είναι αληθινά αξιοπερίεργο ότι η διανομή των ρόλων μπορεί ν’ ανανεώνεται κατά τακτά διαστήματα, αλλά το έργο παραμένει σταθερά το ίδιο. Σαν την αειθαλή «Ποντικοπαγίδα» της Αγκάθα Κρίστι στη λονδρέζικη σκηνή. Ή σαν οποιαδήποτε άλλη ιδεολογική ποντικοπαγίδα. Ας μεταφερθούμε στο θαυμαστό κόσμο των social media. Στην αρένα των εικονικών σκιαμαχιών, όπου διαρκώς ματώνεις και ποτέ δεν πεθαίνεις. Ας λάβουμε μέρος σε μια από αυτές τις συζητήσεις που καταλήγουν σε ανταλλαγή ακατονόμαστων ύβρεων, συναινετικού διαζυγίου ή ξαφνικού block (όπως όταν πέφτει η ασφάλεια και βυθιζόμαστε στο σκοτάδι). Εσύ κι εγώ. Ας πούμε ότι στο πρώτο στάδιο, το πρώιμο, εσύ κάνεις την απερισκεψία να ασκήσεις κριτική στη μισαλλοδοξία της χριστιανικής θρησκείας, παρότι τυχαίνει να γνωρίζεις ότι ένα από τα δόγματά της πρεσβεύω κι εγώ. Πεπεισμένος ότι η κριτική σου δεν πηγάζει από την αποστροφή σου για κάθε είδους δυσανεκτική συμπεριφορά, αλλά ότι ουσιαστικά είσαι πράκτορας μιας άλλης θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, έχω έτοιμη την απάντηση για κάτι κουμάσια σαν κι εσένα: «Καλά μας τα λες για τους χριστιανούς. Γιατί δεν μας τα λες και για τους φίλους σου τους μουσουλμάνους ή τους φίλους σου τους εβραίους;». Εσύ τότε, αδιαπραγμάτευτα απερίσκεπτος, επεκτείνεις την κριτική σου και στις θρησκείες που -κατά τον virtual συνομιλητή σου, εμένα- έχεις τοποθετήσει στο απυρόβλητο, αποδεικνύεις ότι έχεις πολλά ράμματα και για τη δική τους γούνα, αλλά εγώ δεν πτοούμαι, σε πάω ντρίμπλα στη ντρίμπλα, δεν αμφισβητώ την αντικειμενικότητά σου, μα την χρεώνω στην ανεκτικότητα της πατρίδας μου, λες και η ανεκτικότητά της είναι κάποιο σοβαρό μειονέκτημά της, κάποια ανήκεστος βλάβη έναντι της αδιαλλαξίας των χωρών όπου ελλοχεύουν οι πάσης φύσεως ζηλωτές, πρόθυμοι να αντικρούσουν τα επιχειρήματά σου με τις χαντζάρες τους: «Αυτά μας τα λες εδώ. Τρέχα να τα πεις και στο Ισλαμαμπάντ». Είσαι πλέον βέβαιος ότι ακόμη και αν τρέξεις να τα πεις στο Ισλαμαμπάντ, ακόμη και αν μου φέρουν κάποτε το κεφάλι σου στο πιάτο, εγώ δεν θα σου ρίξω παρά ένα ξινισμένο βλέμμα σαν κακομαθημένη Ηρωδιάδα: «Σου τα έλεγα εγώ, καημένε. Τι δουλειά είχες στο Ισλαμαμπάντ; Πήγαινες γυρεύοντας». Ναι. Ο Αλεχάντρο Χοδορόφσκι έχει δίκιο. Η μισαλλοδοξία είναι κάτι παραπάνω από το μίσος μας για τη διαφορετική πίστη ή τη διαφορετική άποψη. Είναι η ανικανότητά μας έστω και να φανταστούμε ένα σύμπαν χωρίς κλουβιά μισαλλοδοξίας, όπου το κάθε κλουβί διαφημίζεται ως το μόνο αυθεντικό, εξοπλισμένο με το δικό του αλάθητο προκαταλήψεων. Ένα σύμπαν όπου, ακόμη και τα πουλιά που γεννιούνται σε κλουβιά, διατηρούν μια αρχέγονη, μια αταβιστική μνήμη από τη δική τους χαμένη Ατλαντίδα. Από την ήπειρο όπου πετούσαν. ---------------------------------------------------------------------- Πέτρος Τατσόπουλος "Τα Νέα" 22 Μαϊου 2021 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους