[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Μια οφειλόμενη απάντηση... Αναστασία Μπαλασίδου Ας αρχίσουμε από το πιο κρίσιμο: το κομμάτι με τη Μέλπω Λεκατσά. Λες «ήμουν παρούσα στην αμφιλεγόμενη ομιλία». Πού ακριβώς ήσουν; Τι ακριβώς άκουσες...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Μια οφειλόμενη απάντηση... Αναστασία Μπαλασίδου Ας αρχίσουμε από το πιο κρίσιμο: το κομμάτι με τη Μέλπω Λεκατσά. Λες «ήμουν παρούσα στην αμφιλεγόμενη ομιλία». Πού ακριβώς ήσουν; Τι ακριβώς άκουσες; Γιατί όσοι ήμασταν εκεί , δίπλα της , δεν σε είδαμε. Και κυρίως: τι ήταν “αμφιλεγόμενο”; Το ότι τόλμησε να μιλήσει; Το ότι είπε αυτά που ελάχιστοι είχαν το θάρρος να ξεμπροστιάσουν; Γιατί αυτό που έγινε δεν ήταν “διαφωνία”. Ήταν στοχοποίηση. Και ας μιλήσουμε με ονόματα. Ο Πεν Νταλαούρας εμφανίζεται να λειτουργεί ως αυτόκλητος καθοδηγητής, να δηλώνει ξεδιάντροπα «σας ξέρουμε έναν-έναν και σας περιμένουμε». Αυτό δεν είναι πολιτικός λόγος. Είναι ευθεία απειλή. Και έρχεται να κουμπώσει απόλυτα με τη γραμμή που είχε ήδη δοθεί από τον Στέφανος Κασσελάκης στις 13 Ιανουαρίου: «Εμείς προχωρούμε, όποιος δεν θέλει να φύγει». Από πού να φύγει; Από ποιο κόμμα; Κόμμα είναι ο πρόεδρος και όσοι συμφωνούν μαζί του; Και την ίδια στιγμή, ο ίδιος άνθρωπος που δεν δίστασε να πει «να πάτε στο διάολο όσοι δεν συμφωνείτε μαζί μου», έρχεται να καταγγείλει συμπεριφορές άλλων. Σιγά τον “αυτοκράτορα”. Πολύ φόρα πήρε. Για να τελειώνουμε με τα μισόλογα: η διαφωνία δεν διώχνεται , στοχοποιείται. Και δεν στοχοποιείται τυχαία. Υλοποιείται. Με τραμπουκισμούς. Με οργανωμένες επιθέσεις. Με “πρόθυμους” που εμφανίζονται την κατάλληλη στιγμή. Τα τρολ δεν είναι φαντασία. Είναι μηχανισμός. Και λειτουργεί κατ’ εντολήν. Όποιος κάνει ότι δεν το βλέπει, απλώς το καλύπτει. Και ναι , αυτό θυμίζει πρακτικές που κάποιοι από εμάς έχουμε ζήσει. Όχι ίδιες, αλλά επικίνδυνα γνώριμες στη λογική τους. Γιατί όταν ακούς «σε ξέρουμε και σε περιμένουμε», δεν είναι πολιτική. Είναι εκφοβισμός. Και ας μιλήσουμε για το ίδιο το γεγονός: Υπήρξε επιβεβαίωση από την ίδια τη Μέλπω. Έναν άνθρωπο που δεν λύγισε στα βασανιστήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Θα λύγιζε στα τρολάκια και στις “πρόθυμες” που σηκώνουν χέρι; Σοβαρά τώρα; Τα θολά βίντεο της επόμενης μέρας τι αποδεικνύουν; Ότι δεν έγινε τίποτα; Ή ότι κάποιοι προσπαθούν να σβήσουν αυτό που έγινε; Και ναι, κάποιοι “πρόθυμοι” ήταν γνωστοί. Μας ήξεραν. Μας περίμεναν. Και — όλως τυχαίως — λίγο μετά βρέθηκαν και με “θέσεις”. Γιατί εκεί είναι η ουσία που αποφεύγεις: Θέση δεν είναι η φωτογραφία. Δεν είναι η πορεία με σημαίες και κορναρίσματα. Δεν είναι η μεταφορά ενός μπουλουκιού από εκδήλωση σε εκδήλωση. Θέση είναι ευθύνη. Και κάποιοι δεν άντεξαν ποτέ αυτή την ευθύνη γι’ αυτό και επέλεξαν τον ρόλο του εκτελεστή. Εμείς, λοιπόν, που είχαμε θέσεις και τις αφήσαμε, δεν θα μας κάνεις μάθημα για το τι σημαίνει διαφωνία. Γιατί εμείς δεν φύγαμε για να σώσουμε την εικόνα μας. Μείναμε, μιλήσαμε και συγκρουστήκαμε. Και ναι , για λίγο κάποιοι πίστεψαν το αφήγημα: «Μείνετε, κάτι θα αλλάξει. Θα το πάρει πάνω του ο Στέφανος». Δεν το πήρε. Αντίθετα, οργανώθηκε ένας μηχανισμός που χτυπά όποιον διαφωνεί. Οπότε ας σταματήσει η ωραιοποίηση. Δεν είναι “ζήτω η διαφωνία”. Είναι “ζήτω όσο συμφωνείς”. Και αυτό δεν είναι πολιτική. Είναι μηχανισμός ελέγχου. Για τα υπόλοιπα σχόλια σου περί των άλλων κομμάτων θα σου πω τα εξής : Θα στο πάω μέχρι τέλους, χωρίς ωραιοποίηση: Το κείμενό σου δεν στέκει ως πολιτικό επιχείρημα· στέκει κυρίως ως εκτόνωση. Ξεκινάς με τον Νικολάε Τσαουσέσκου για να δώσεις βάρος, αλλά αυτό είναι ρητορικό τέχνασμα χωρίς συνέχεια. Δεν συγκρίνεις πραγματικά καθεστώτα· απλώς δανείζεσαι το σοκ ενός αυταρχικού συμβόλου για να φωτίσεις κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό δεν είναι ανάλυση , είναι εντυπωσιασμός. Είναι ρητορική υπερβολή που δεν αντέχει ούτε ιστορικά ούτε πολιτικά. Ο Τσαουσέσκου εκπροσωπεί ένα κλειστό, αυταρχικό καθεστώς χωρίς θεσμική πολυφωνία, χωρίς πραγματική αντιπολίτευση, χωρίς εσωτερική δημοκρατία. Η αναφορά σε αυτό το καθεστώς δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απλό αντίβαρο για να περιγραφεί ένα κόμμα με εσωτερικές τάσεις, ρεύματα και δημόσια διαφωνία. Η εξίσωση αυτή δεν φωτίζει , αντίθετα θολώνει. Μετά περνάς στον ΣΥΡΙΖΑ και στη «λατρεία της διαφωνίας», αλλά πέφτεις σε βασική αντίφαση: Δεν μπορείς ταυτόχρονα να θεωρείς τη διαφωνία ένδειξη δημοκρατίας και να την παρουσιάζεις ως σχεδόν γελοία ή ναρκισσιστική συμπεριφορά. Δεν ορίζεις ποτέ κριτήριο. Άρα, στην πράξη, δεν κρίνεις τη διαφωνία , κρίνεις τους ανθρώπους που διαφωνούν όταν δεν σου αρέσουν. Η επίθεση που κάνεις στα κίνητρα («διαφωνούμε γιατί χάσαμε θέση;») είναι αδύναμη. Είναι ψυχολογικοποίηση χωρίς απόδειξη. Αντί να απαντάς στα επιχειρήματα, υπονομεύεις τις προθέσεις. Αυτό είναι κλασικό εργαλείο αποφυγής ουσίας. Ταυτόχρονα, εξιδανικεύεις τη «διακυβέρνηση» χωρίς να την ορίζεις. Λες ότι η πολιτική έχει στόχο την εξουσία και απαιτεί συμβιβασμούς , σωστό ως γενικότητα, αλλά εντελώς κενό χωρίς όρια. Δεν λες ποτέ: μέχρι πού συμβιβάζεσαι; πότε ο συμβιβασμός γίνεται αλλοίωση; πότε γίνεται κυνισμός; Έτσι, το επιχείρημά σου διαβάζεται εύκολα ως δικαιολόγηση οποιασδήποτε υποχώρησης. Η αναφορά στο ΠΑΣΟΚ είναι επίσης αντιφατική. Το παρουσιάζεις ως χώρο πειθαρχίας (άρα πρόβλημα), αλλά ταυτόχρονα καταγγέλλεις την πολυφωνία αλλού. Δηλαδή απορρίπτεις και την αυστηρή γραμμή και την ελευθερία , χωρίς να προτείνεις ενδιάμεσο μοντέλο. Η αναφορά στη Νέα Αριστερά δεν είναι καν κριτική. Είναι υπαινιγμός με ειρωνεία. Δεν αγγίζεις πρόγραμμα, θέσεις, αντιφάσεις , απλώς αφήνεις να εννοηθεί ότι δεν πιστεύεις τίποτα. Αυτό είναι πολιτικά φτωχό. Το τελικό σου συμπέρασμα , «μείνε και πάλεψε» δεν είναι πολιτική θέση. Είναι ένα ηθικό σύνθημα χωρίς περιεχόμενο. Γιατί δεν απαντάς στα βασικά: Με ποια μέσα μένεις και παλεύεις; Με ποιες συμμαχίες; Με ποιο κόστος; Και κυρίως: τι κάνεις όταν χάνεις; Γιατί στην πολιτική δεν αρκεί η πρόθεση. Υπάρχει συσχετισμός δυνάμεων, υπάρχουν μηχανισμοί, υπάρχουν ήττες. Αν δεν ορίσεις αυτά, το «μένω και παλεύω» δεν είναι στρατηγική , είναι ευχή Μπερδεύεις την εμπειρία με το επιχείρημα. Το ότι έζησες κάτι ή βρέθηκες κάπου δεν το καθιστά αυτομάτως πολιτικά έγκυρο. Η εμπειρία χρειάζεται επεξεργασία για να γίνει ανάλυση , αλλιώς παραμένει προσωπική αφήγηση. Αντικαθιστάς την ανάλυση με υπονοούμενα. Αφήνεις αιχμές για κίνητρα, για ρόλους, για συμπεριφορές, χωρίς να τεκμηριώνεις. Αυτό δεν είναι πολιτική κριτική είναι υπαινιγμός. Καταγγέλλεις τα πάντα χωρίς ιεράρχηση. Όλοι μπαίνουν στο ίδιο καλάθι: διαφωνούντες, μηχανισμοί, πρόσωπα. Όταν όλα είναι πρόβλημα, τίποτα δεν είναι πραγματικά το κεντρικό πρόβλημα. Και τελικά καταλήγεις σε γενικόλογη ηθικολογία. Μένεις στο «πρέπει να παλέψεις», «πρέπει να μείνεις», χωρίς να δίνεις ούτε ένα συγκεκριμένο πολιτικό εργαλείο ή κατεύθυνση. Αυτό όμως αποκαλύπτει και το βαθύτερο ζήτημα: Δηλώνεις ότι σε ενδιαφέρει η πολιτική που κυβερνά. Αλλά γράφεις σαν κάποια που έχει ήδη απογοητευτεί από την πολιτική και απλώς το μεταμφιέζει σε αυστηρή κριτική. Γιατί η πολιτική δεν είναι ούτε καθρέφτης για να σώζουμε την εικόνα μας, ούτε πεδίο ηθικής επιβεβαίωσης. Είναι σύγκρουση, επιλογές και κόστος. Και αν δεν τα ορίζεις αυτά, τότε δεν κάνεις πολιτική ανάλυση. Κάνεις απογοήτευση με ύφος βεβαιότητας. 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences