[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ιδιαίτερα μετά την πανδημία, δεν διαβάζουμε απλώς ειδήσεις για εγκλήματα, θανάτους, δολοφονίες νέων ανθρώπων, παιδιά κάτω των τριάντα ή ανθρώπους λίγο πριν ή λίγο μετά τα σαράντα. Διαβάζουμε, σχεδόν...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Ιδιαίτερα μετά την πανδημία, δεν διαβάζουμε απλώς ειδήσεις για εγκλήματα, θανάτους, δολοφονίες νέων ανθρώπων, παιδιά κάτω των τριάντα ή ανθρώπους λίγο πριν ή λίγο μετά τα σαράντα. Διαβάζουμε, σχεδόν κάθε εβδομάδα, την επανάληψη ενός κοινωνικού αινίγματος που δεν ανήκει μόνο στην αστυνομική ύλη, αλλά στο βαθύτερο υπέδαφος της κοινής μας ζωής. Κάθε τέτοιο γεγονός εμφανίζεται ως εξαίρεση, ως αδιανόητο, ως κάτι που «κανείς δεν περίμενε». Και όμως, η ίδια η συχνότητα της έκπληξης αποκαλύπτει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μεμονωμένες εκρήξεις, αλλά με μια μακρά καλλιέργεια αορατότητας. Κάτι μεγαλώνει μέσα στα σπίτια, όχι πάντοτε ως μίσος, όχι αναγκαστικά ως εμφανής βία, αλλά ως άναρχη εσωτερική συσσώρευση: ανείπωτες ταπεινώσεις, ψηφιακές διπλές ζωές, χρήμα ως μοναδικό μέτρο αξίας, επιθυμίες χωρίς επεξεργασία, γονείς που αγαπούν αλλά δεν βλέπουν, παιδιά που ζουν δίπλα τους και όμως κατοικούν αλλού. Το σπίτι, που κάποτε λειτουργούσε ως πρώτος τόπος εισαγωγής στον κόσμο, μοιάζει συχνά να έχει μεταβληθεί σε χώρο παράλληλων μοναξιών. Δεν λείπει κατ’ ανάγκην η φροντίδα. Λείπει η μορφή της φροντίδας. Δεν λείπει η παρουσία. Λείπει η ικανότητα να γίνει η παρουσία λόγος, όριο, ερώτηση, αντοχή στη σύγκρουση. Ο γονιός φοβάται να τραυματίσει, να απαγορεύσει, να δυσαρεστήσει, να φανεί αυταρχικός, ανεπαρκής. Κι έτσι πολλές φορές δεν θέτει όριο, αλλά διαχειρίζεται διαθέσεις και εξασφαλίζει συναισθηματική ησυχία. Το παιδί δεν συναντά εκείνον που θα του πει ένα «όχι» όχι ως τιμωρία, αλλά ως σχήμα προσανατολισμού. Συναντά μια ελαστική επιείκεια, μια αμήχανη δημοκρατία του σπιτιού, όπου όλα συζητούνται αλλά ελάχιστα σημαίνουν, όπου όλα επιτρέπονται υπό τον όρο να μη διαταραχθεί η επιφάνεια. Το όριο δεν είναι η άρνηση της ελευθερίας. Είναι το περίγραμμά της. Χωρίς αυτό, η επιθυμία δεν ωριμάζει, διαχέεται. Δεν γίνεται δρόμος, γίνεται παρόρμηση. Δεν γίνεται σχέση, γίνεται απαίτηση. Ένα παιδί που δεν έχει μάθει να υπομένει τη ματαίωση, την καθυστέρηση, την απώλεια, την άρνηση του άλλου, εισέρχεται στην ενηλικίωση με μια εσωτερική δομή εύθραυστη και εκρηκτική. Η πραγματικότητα τότε δεν βιώνεται ως πεδίο σχέσεων, αλλά ως προσβολή. Ο άλλος δεν είναι πρόσωπο. Είναι εμπόδιο. Και όταν το εμπόδιο δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί, όταν δεν μπορεί να ειπωθεί, να πενθηθεί, να μεταβολιστεί, τότε κάποτε καταστρέφεται. Η κρίση του ορίου μέσα στο σπίτι είναι η μικρή, καθημερινή εκδοχή μιας γενικότερης κρίσης θέσμισης. Ζούμε σε κοινωνίες που αποφεύγουν να λένε δύσκολες αλήθειες, που προτιμούν τη διαχείριση από τη διαπαιδαγώγηση, την επικοινωνία από την ευθύνη, την εικόνα από τη μορφή. Η πολιτική υπόσχεται ευκολίες, μεταθέτει κόστος, κολακεύει θυμούς, παράγει δικαιώματα χωρίς υποχρεώσεις και υποχρεώσεις χωρίς νόημα. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ο πολίτης εκπαιδεύεται να ζητά χωρίς να αντέχει, να αγανακτεί χωρίς να σκέφτεται, να επιθυμεί χωρίς να δεσμεύεται. Το ίδιο μοντέλο κατεβαίνει στο σπίτι, στο σχολείο, στη σχέση, στο σώμα. Η κοινωνία που δεν μπορεί να θεσπίσει, δεν μπορεί και να αναθρέψει. Το διαδίκτυο επιταχύνει αυτή τη διάλυση, όχι επειδή είναι απλώς «κακό», αλλά επειδή προσφέρει στον νέο άνθρωπο έναν κόσμο χωρίς καθυστέρηση. Εκεί μπορεί να υπάρχει αλλιώς, να κατασκευάζει εαυτούς, να εκτίθεται και να εξαφανίζεται, να λαμβάνει αναγνώριση πριν ακόμη αποκτήσει εσωτερική συνοχή. Η εικόνα προηγείται της εμπειρίας. Η ταυτότητα προηγείται της ωρίμανσης. Η ορατότητα υποκαθιστά τη σχέση. Και ο γονέας, βλέποντας το παιδί στο δωμάτιό του, νομίζει ότι το έχει κοντά του, ενώ εκείνο συμμετέχει σε μια άλλη οικονομία βλέμματος, ντροπής, επιθυμίας, σύγκρισης, βίας. Η πόρτα είναι κλειστή, αλλά η εισβολή είναι απόλυτη. Το σπίτι δεν προστατεύει πλέον από τον κόσμο. Ο κόσμος έχει εγκατασταθεί μέσα στο σπίτι, αθόρυβα, φωτισμένος από μια μικρή οθόνη. Σε αυτό προστίθεται η σχέση με τα χρήματα, που έχει πάψει να είναι απλώς οικονομικό ζήτημα και έχει γίνει ανθρωπολογικό καθεστώς. Το χρήμα δεν αγοράζει μόνο πράγματα αλλά οργανώνει την αυτοεκτίμηση, την κοινωνική ιεραρχία, το αίσθημα ότι αξίζω ή δεν αξίζω. Νέοι άνθρωποι μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η επιτυχία δεν παρουσιάζεται ως δυνατότητα, αλλά ως υποχρέωση, όπου η αποτυχία δεν είναι στάδιο, αλλά ακύρωση, όπου η φτώχεια, η αδυναμία, η καθυστέρηση, βιώνονται σχεδόν ως προσωπική ντροπή. Η ζωή γίνεται project, το πρόσωπο γίνεται επένδυση, το σώμα βιτρίνα, η σχέση αγορά ανταλλαγών. Και όποιος δεν αντέχει αυτόν τον κανόνα; Δεν βρίσκει εύκολα καταφύγιο. Βρίσκει είτε απόσυρση είτε οργή. Γι’ αυτό οι «έκπληκτοι γονείς» είναι μια τόσο τραγική φιγούρα της εποχής. Όχι επειδή είναι αναγκαστικά ένοχοι με την απλοϊκή έννοια, ούτε επειδή κάθε οικογένεια μπορεί να γνωρίζει το βάθος ενός παιδιού. Αλλά επειδή η έκπληξη έχει γίνει σχεδόν κοινωνικός μηχανισμός άμυνας. Δεν ξέραμε. Δεν φαινόταν. Ήταν ήσυχο παιδί. Δεν είχε δώσει δικαιώματα. Αυτές οι φράσεις δεν είναι μόνο περιγραφές. Είναι το λεξιλόγιο μιας κοινωνίας που έχει μπερδέψει την εξωτερική προσαρμογή με την εσωτερική ζωή. Το ήσυχο παιδί μπορεί να είναι απλώς παιδί χωρίς γλώσσα. Το λειτουργικό παιδί μπορεί να είναι παιδί σε διάσπαση. Το κανονικό σπίτι μπορεί να είναι σπίτι χωρίς ακρόαση. Το ζητούμενο σήμερα είναι να επανεφεύρουμε το όριο ως πράξη αγάπης και όχι ως πράξη εξουσίας. Να ξαναμάθουμε ότι η σχέση δεν είναι διαρκής επιβεβαίωση, αλλά και ικανότητα να αντέχω τη δυσαρέσκεια του άλλου χωρίς να τον εγκαταλείπω. Ότι το παιδί δεν χρειάζεται έναν γονέα-φίλο, ούτε έναν γονέα-δεσμοφύλακα, αλλά έναν ενήλικο που να μη φοβάται την ευθύνη της θέσης του. Κάποιον που μπορεί να πει: εδώ σταματάς, όχι επειδή σε μισώ, αλλά επειδή υπάρχει κόσμος έξω από εσένα. Αν κάτι πρέπει να κάνουμε τώρα, είναι να μετακινηθούμε από την καταγραφή των περιστατικών στην ανάγνωση των μορφών που τα προετοιμάζουν. Να κοιτάξουμε το σπίτι, το σχολείο, την πολιτική, την οθόνη, το χρήμα, όχι ως ξεχωριστά πεδία, αλλά ως ενιαίο σύστημα παραγωγής υποκειμένων. Να ρωτήσουμε τι είδους άνθρωπο φτιάχνει μια κοινωνία που του λέει διαρκώς «γίνε ο εαυτός σου», αλλά δεν του δίνει γλώσσα για να υποφέρει, που του υπόσχεται απεριόριστη επιλογή, αλλά δεν του μαθαίνει πώς να χάνει, που τον εκθέτει σε χιλιάδες βλέμματα, αλλά δεν του προσφέρει ένα βλέμμα ικανό να τον αναγνωρίσει. Εκεί, σε αυτή την αόρατη παιδαγωγική της εποχής, βρίσκεται η πιο σκληρή πολιτική μας αποτυχία. Και η αρχή πρέπει να είναι μια νέα ασκητική της παρουσίας. Λιγότερη διαχείριση, περισσότερη συνομιλία. Λιγότερη κατανάλωση ψυχολογικών συνθημάτων, περισσότερη αντοχή στο δύσκολο. Λιγότερη ηθική καταγγελία μετά το κακό, περισσότερη εργασία πριν από αυτό. Να ξαναγίνει το σπίτι τόπος όπου δεν κρύβονται απλώς οι άνθρωποι μεταξύ τους, αλλά δοκιμάζουν να ειπωθούν. Να ξαναγίνει η πολιτική τέχνη ορίων και όχι μόνο μηχανισμός υποσχέσεων. Να ξαναγίνει το σχολείο χώρος συμβολικής ενηλικίωσης και όχι προθάλαμος δεξιοτήτων. Να ξαναγίνει η σχέση με τα χρήματα υπηρέτης της ζωής και όχι θεός της. Αν δεν ξαναφτιάξουμε τόπους όπου το παιδί μπορεί να ακούσει και να ακουστεί, να αποτύχει και να μη συντριβεί, να θυμώσει και να μη σκοτώσει, να επιθυμήσει και να μη καταπιεί τον άλλον, τότε θα συνεχίσουμε να στεκόμαστε μπροστά στα γεγονότα με το ίδιο τελετουργικό βλέμμα απορίας. Θα λέμε πάλι πως δεν το περιμέναμε. Θα αναζητούμε πάλι το τέρας, για να μην κοιτάξουμε τη μήτρα που το γέννησε. 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences