Το ανάγνωσμα της Κυριακής Ποιος ζητά είσοδο; Φίλτατοι αναγνώστες μου, Υπάρχει ένα τελετουργικό, γνωστό από τις νεκρώσιμες τελετές των Αψβούργων, το οποίο από μόνο του αποτελεί ολόκληρη φιλοσοφία περί...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Το ανάγνωσμα της Κυριακής Ποιος ζητά είσοδο; Φίλτατοι αναγνώστες μου, Υπάρχει ένα τελετουργικό, γνωστό από τις νεκρώσιμες τελετές των Αψβούργων, το οποίο από μόνο του αποτελεί ολόκληρη φιλοσοφία περί εξουσίας, τίτλων, ανθρώπινης ματαιότητας και τελικής αλήθειας. Κατά τη σύγχρονη τεκμηριωμένη μορφή του, όταν η νεκρική πομπή έφθανε στην Εκκλησία των Καπουτσίνων της Βιέννης, όπου βρίσκεται η Αυτοκρατορική Κρύπτη, η θύρα ήταν κλειστή. Ο τελετάρχης χτυπούσε τρεις φορές. Από μέσα ακουγόταν η ερώτηση: «Wer begehrt Einlass?» — «Ποιος ζητά είσοδο;» Την πρώτη φορά απαντούσε με τους δυναστικούς τίτλους του νεκρού. Στην κηδεία του Otto von Habsburg, το 2011, αναγνώσθηκαν οι ιστορικοί τίτλοι του: άλλοτε διάδοχος της Αυστροουγγαρίας, βασιλικός πρίγκιπας Ουγγαρίας και Βοημίας, δούκας, κόμης, μαργράβος και πλήθος άλλων τίτλων. Από μέσα η απάντηση ήταν: «Wir kennen ihn nicht!» — «Δεν τον γνωρίζουμε». Τη δεύτερη φορά αναφέρθηκαν οι κοινωνικές, πολιτικές και ακαδημαϊκές του ιδιότητες: διδάκτωρ, πρόεδρος και επίτιμος πρόεδρος της Πανευρωπαϊκής Ενώσεως, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επίτιμος διδάκτωρ πανεπιστημίων, κάτοχος υψηλών διακρίσεων. Και πάλι η απάντηση ήταν: «Δεν τον γνωρίζουμε». Την τρίτη φορά η απάντηση ήταν απλή: «Otto — ein sterblicher, sündiger Mensch»· «Ο Otto, ένας θνητός, αμαρτωλός άνθρωπος». Και τότε η θύρα άνοιξε: «So komme er herein!» — «Ας εισέλθει». Και εδώ αρχίζει το πραγματικό μας θέμα. Διότι όλη η ζωή του ανθρώπου είναι, κατά κάποιον τρόπο, μία συνεχής προσπάθεια εισόδου. Ζητούμε είσοδο σε κύκλους, σε κοινωνίες, σε ομάδες, σε λέσχες, σε επαγγέλματα, σε θεσμούς, σε φιλίες, σε εξουσίες. Κάθε κύκλος, όμως, έχει τα δικά του κριτήρια. Κάθε θύρα ρωτά, με τον δικό της τρόπο: «Ποιος ζητά είσοδο;» Και κάθε κόσμος αναγνωρίζει μόνον εκείνον που αντιστοιχεί στις αξίες του. Εάν κάποιος θέλει να εισέλθει σε έναν αριστοκρατικό κύκλο, θα του ζητηθεί ένα συγκεκριμένο διαπιστευτήριο: η καταγωγή. Ποιος ήταν ο πατέρας του; Από ποια οικογένεια προέρχεται; Ποιο όνομα φέρει; Εκεί το άτομο δεν αξιολογείται μόνον ως πρόσωπο, αλλά ως συνέχεια μιας γραμμής, ενός παρελθόντος, μιας κοινωνικής μνήμης. Αν κάποιος, ας το πούμε ωμά, θέλει να γίνει αποδεκτός στον κύκλο του υποκόσμου, θα του ζητηθούν άλλα τεκμήρια. Όχι τίτλοι τιμής, αλλά τίτλοι ατιμίας. Ποιες καταδίκες έχει; Πόσο αδίστακτος υπήρξε; Πόσο λίγο διστάζει; Πόσο εύκολα παραβιάζει τον νόμο, τη συνείδηση, την εντιμότητα; Εκεί η απώλεια ηθικού φραγμού γίνεται παράσημο. Αν όμως κάποιος ζητά είσοδο σε έναν κύκλο ανθρώπων που ασχολούνται με την εσωτερική καλλιέργεια, με τη φιλοσοφία και με την πρόοδο της κοινωνίας, τότε τα κριτήρια αλλάζουν ριζικά. Εκεί ούτε η καταγωγή αρκεί, ούτε η περιουσία αρκεί, ούτε οι δημόσιες θέσεις αρκούν, ούτε οι κοσμικές γνωριμίες αρκούν. Εκεί μετρά η προσήλωση στα ιδανικά. Μετρά η εσωτερική εργασία και, μέσω αυτής, η καλλιέργεια του ανθρώπου. Μετρά η τήρηση των κανόνων. Μετρά η πειθαρχία, όχι ως δουλεία, αλλά ως ελεύθερη αποδοχή τάξεως. Μετρά η ικανότητα του ανθρώπου να θέτει το εγώ του κάτω από τον σκοπό. Άλλωστε, είναι λογικά παραδεκτό ότι σε κάθε οργανωμένη δομή κάποιοι διοικούν και κάποιοι διοικούνται. Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Διότι πολλοί επιθυμούν τα προνόμια ενός πνευματικού κύκλου, χωρίς να αποδέχονται τις απαιτήσεις του. Θέλουν την τιμή, αλλά όχι την υποχρέωση. Θέλουν τον τίτλο, αλλά όχι την εργασία. Θέλουν τη θέση, αλλά όχι την ευθύνη. Θέλουν την αναγνώριση, αλλά όχι τον κανόνα. Και δυστυχώς παρατηρείται συχνά το φαινόμενο άνθρωποι, κυρίως λόγω εξωτερικού κύρους, να θεωρούν ότι βρίσκονται υπεράνω των κανόνων. Να νομίζουν ότι επειδή έξω από την οργάνωση διαθέτουν επιρροή, γνωριμίες, δημόσιο αξίωμα, επαγγελματικό κύρος ή κοινωνική προβολή, μπορούν εντός της οργανώσεως να αξιώνουν ειδική μεταχείριση. Υπάρχει όμως και μία ακόμη λεπτότερη, αλλά εξίσου επικίνδυνη εκδοχή του ίδιου φαινομένου. Είναι εκείνη κατά την οποία κάποιος πιστεύει ότι η προσωπική φιλία, η οικειότητα με πρόσωπα, η κοινωνική συναναστροφή ή οι εξωτερικές σχέσεις του παρέχουν δικαίωμα να αμφισβητεί την ίδια τη δομή της οργανώσεως. Να θεωρεί ότι επειδή γνωρίζει, επειδή συνομιλεί, επειδή συνδέεται φιλικά, επειδή υπήρξε παρών σε στιγμές οικειότητας ή εμπιστοσύνης, αποκτά θεσμικό δικαίωμα παρεμβάσεως εκεί όπου μόνον ο κανόνας, η ιεραρχία και η θεσπισμένη αρμοδιότητα έχουν λόγο. Αυτό είναι βαρύ σφάλμα. Η φιλία είναι σεβαστή. Η προσωπική σχέση είναι πολύτιμη. Η εμπιστοσύνη μεταξύ ανθρώπων είναι αγαθό σπάνιο. Αλλά η φιλία δεν είναι καταστατικό. Η οικειότητα δεν είναι δικαιοδοσία. Η κοινωνική σχέση δεν είναι θεσμική εξουσία. Και η πρόσβαση σε πρόσωπα δεν είναι πρόσβαση στην εξουσία της οργανώσεως. Ο φίλος ενός ταγού δεν καθίσταται συνταγός. Ο συνομιλητής ενός διοικούντος δεν μεταβάλλεται σε συνδιοικούντα. Εκείνος που τιμάται με εμπιστοσύνη δεν δικαιούται να μετατρέπει την εμπιστοσύνη σε πίεση. Και εκείνος που έγινε δεκτός με εγκαρδιότητα δεν μπορεί να εκλαμβάνει την εγκαρδιότητα ως άδεια αμφισβητήσεως της ιεραρχικής τάξεως. Ακόμη χειρότερα, ορισμένοι δεν αρκούνται στο να παραβλέπουν τους κανόνες. Θέλουν να τους επιβάλουν. Θέλουν να αλλάξουν τη δομή, όχι διότι έχουν πνευματικό επιχείρημα, όχι διότι έχουν πλειοψηφική αποδοχή κατά τους θεσπισμένους τρόπους, όχι διότι υπηρετούν τον σκοπό, αλλά διότι έτσι εξυπηρετείται η φιλοδοξία τους ή η προσωπική τους αντίληψη περί του εαυτού τους. Αυτό γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο όταν τέτοιοι άνθρωποι έχουν λάβει ηγετικές θέσεις ή όταν, χωρίς να έχουν την πραγματική θεσμική αρμοδιότητα, συμπεριφέρονται σαν να την έχουν. Διότι τότε η προσωπική αυθαιρεσία μετατρέπεται σε θεσμική απειλή. Όταν ο απλός άνθρωπος παραβιάζει έναν κανόνα, η ζημία μπορεί να είναι περιορισμένη. Όταν όμως ο ταγός περιφρονεί τον κανόνα, τότε διδάσκει την περιφρόνηση. Και όταν ο μη αρμόδιος παριστάνει τον αρμόδιο, τότε δεν παραβιάζει απλώς την τάξη· επιχειρεί να την υποκαταστήσει. Ο θεσμός τότε δεν τραυματίζεται απλώς· διαβρώνεται. Το ίδιο βλέπουμε, δυστυχώς, και στην πολιτική σκηνή. Οι πολιτικοί ταγοί θα έπρεπε να είναι υπόδειγμα πίστεως στο Σύνταγμα, στους νόμους και στην ευημερία των πολιτών. Άλλωστε, οι βουλευτές, πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους, ορκίζονται να είναι πιστοί στην Πατρίδα και στο δημοκρατικό πολίτευμα, να υπακούουν στο Σύνταγμα και στους νόμους και να εκπληρώνουν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους. Αν όμως η εξουσία εκλαμβάνεται ως ιδιοκτησία, αν ο θεσμός μετατρέπεται σε προσωπικό όχημα, αν ο νόμος γίνεται εμπόδιο που πρέπει να παρακαμφθεί, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνον πολιτικό. Είναι ηθικό. Είναι πνευματικό. Είναι πολιτισμικό. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στις μικρότερες οργανώσεις. Σε συλλόγους, σε σωματεία, σε επιστημονικές ενώσεις, σε δημοτικούς συνδυασμούς, σε πνευματικές αδελφότητες. Κάθε οργάνωση έχει λόγο υπάρξεως μόνον εφόσον υπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε. Εάν παύσει να υπηρετεί τον σκοπό της και διατηρείται απλώς ως κέλυφος εξουσίας, τότε δεν είναι πλέον θεσμός. Είναι μηχανισμός. Και εδώ η απάντηση πρέπει να είναι άμεση και αμείλικτη. Δεν χωρά παζάρεμα με την εκτροπή. Δεν μπορείς να διαπραγματευθείς με εκείνον που θέλει να μετατρέψει τον κανόνα σε προσωπικό του προνόμιο. Δεν μπορείς να επιβραβεύσεις εκείνον που αψηφά την τάξη επειδή θεωρεί τον εαυτό του αναντικατάστατο. Δεν μπορείς να αποδεχθείς ότι η οικονομική ισχύς, η κοινωνική θέση, οι εξωτερικές γνωριμίες ή ακόμη και η προσωπική φιλία παρέχουν δικαίωμα παραβιάσεως της εσωτερικής ιεραρχίας. Διότι τότε η οργάνωση σπάει. Και σπάει όχι επειδή υπάρχουν διαφωνίες. Οι διαφωνίες είναι φυσικές. Σπάει όταν παύει να έχει κοινά αποδεκτό κανόνα. Σπάει όταν η πλειοψηφία δεν αποφασίζει κατά τους θεσμούς, αλλά εκβιάζεται από την επιρροή. Σπάει όταν η ιεραρχία δεν γίνεται σεβαστή ως υπηρεσία, αλλά υπονομεύεται ως εμπόδιο. Σπάει όταν η φιλία μετατρέπεται σε αξίωση. Σπάει όταν η οικειότητα γίνεται μοχλός πιέσεως. Σπάει όταν η φιλοδοξία ντύνεται με ρητορική δήθεν μεταρρυθμίσεως. Η ευρωστία μιας οργανώσεως, όπως και μιας πολιτείας, είναι εσωτερική. Δεν μετριέται από το πλήθος των μελών της. Δεν μετριέται από τα χρήματα που διαθέτει. Δεν μετριέται από την αίγλη των αιθουσών της ή από τις φωτογραφίες των εκδηλώσεών της. Μετριέται από την πιστότητα στον σκοπό της. Από την αντοχή των κανόνων της. Από το αν οι ταγοί της εφαρμόζουν πρώτοι εκείνα που ζητούν από τους άλλους. Γι’ αυτό και πρέπει να ειπωθεί καθαρά: είναι προτιμότερη η διάλυση μιας οργανώσεως από την εκτροπή της. Η διάλυση, όταν μία οργάνωση δεν μπορεί πλέον να τηρήσει τους κανόνες της, είναι αποτυχία. Αλλά είναι έντιμη αποτυχία. Σημαίνει ότι έγινε μία προσπάθεια, ότι υπήρξε ένας σκοπός, ότι οι άνθρωποι δεν κατόρθωσαν να τον υπηρετήσουν μέχρι τέλους. Αυτό είναι λυπηρό, αλλά όχι αναγκαστικά κακό. Η εκτροπή όμως είναι άλλο πράγμα. Η εκτροπή σημαίνει ότι η οργάνωση εξακολουθεί να υπάρχει εξωτερικά, ενώ εσωτερικά έχει προδώσει τον λόγο υπάρξεώς της. Σημαίνει ότι διατηρεί τα σύμβολα, αλλά έχασε το νόημα. Διατηρεί τους τίτλους, αλλά έχασε την αλήθεια. Διατηρεί τις τελετές, αλλά έχασε την ψυχή. Και τότε γίνεται βλαβερή. Διότι δεν αποτυγχάνει απλώς. Παραπλανά. Αυτά οφείλουν να τα σκεφθούν όλες οι οργανώσεις. Τα πολιτικά κόμματα. Οι δημοτικοί συνδυασμοί. Οι άρχοντες. Τα σωματεία. Οι ενώσεις προσώπων. Όλοι όσοι ζητούν από ανθρώπους να τους εμπιστευθούν, να τους ακολουθήσουν, να τους εκχωρήσουν μέρος της πίστεως, της προσδοκίας και της συλλογικής τους ελπίδας. Και μιλώντας πλέον ξεκάθαρα για την οργάνωση την οποία διοικώ, είμαι απολύτως σαφής. Θα προτιμούσα τη διάλυσή της παρά την εκτροπή της. Και γι’ αυτό θα πράξω ό,τι περνά από το χέρι μου ώστε να μην υπάρξει εκτροπή. Όχι χάριν προσωπικής ισχύος. Όχι χάριν πείσματος. Όχι χάριν διοικητικής εμμονής. Αλλά χάριν πιστής εφαρμογής της ιεραρχικής μας δομής, των πιστεύω μας, των Μεγάλων Συνταγμάτων, των Κανονισμών του Υπάτου Συμβουλίου και των θεσπισμένων εξουσιών που αυτά αναγνωρίζουν. Όποιος επιχειρήσει να ανατρέψει αυτή τη δομή, όποιος επιχειρήσει να παρακάμψει την ιεραρχία, όποιος θεωρήσει ότι τα εξωτερικά του προνόμια, οι κοινωνικές του σχέσεις ή ακόμη και η προσωπική του φιλία με πρόσωπα της διοικήσεως του δίνουν εσωτερικό δικαίωμα αυθαιρεσίας, θα με βρει κάθετα απέναντί του. Ακόμη και αν είναι ο πιο επιστήθιος φίλος μου. Διότι η φιλία δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τον θεσμό. Η προσωπική σχέση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από την επίσημη διαβεβαίωση. Η οικειότητα δεν μπορεί να είναι ανώτερη από την τάξη. Η συμπάθεια δεν μπορεί να είναι ανώτερη από την ευθύνη. Και ο ταγός που θυσιάζει τον κανόνα για να μη δυσαρεστήσει φίλους, δεν είναι επιεικής. Είναι επικίνδυνος. Στο τέλος, λοιπόν, ας επιστρέψουμε στη θύρα της Κρύπτης των Καπουτσίνων. «Ποιος ζητά είσοδο;» Όχι ο πλούσιος. Όχι ο αριστοκράτης. Όχι ο τιτλούχος. Όχι ο διδάκτωρ. Όχι ο ισχυρός. Όχι ο κοινωνικά προβεβλημένος. Όχι ο φίλος που νομίζει ότι η φιλία του είναι διαβατήριο εξουσίας. Όχι ο οικείος που συγχέει την εμπιστοσύνη με αρμοδιότητα. Όχι ο αλαζών που πιστεύει ότι οι κανόνες γράφονται για τους άλλους. Ζητά είσοδο ο άνθρωπος. Ο θνητός άνθρωπος. Ο άνθρωπος που γνωρίζει τα όριά του. Ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται ότι κάθε αξίωμα είναι διακονία και κάθε τίτλος υποχρέωση. Ο άνθρωπος που δεν προσέρχεται λέγοντας «ανοίξτε μου διότι είμαι κάποιος», ούτε «ανοίξτε μου διότι γνωρίζω κάποιους», αλλά «δεχθείτε με διότι αναγνωρίζω ότι χωρίς κανόνα, χωρίς ταπεινότητα και χωρίς πίστη στον σκοπό, δεν είμαι τίποτε». Αυτός μόνον μπορεί να εισέλθει. Και ο νοών νοείτω Σας ευχαριστώ δια την ανάγνωση. 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους