Η Ρόδα Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών, οδός Πειραιώς. Χειμώνας, 1949. Η κυρία Ελένη είχε βάρδια νυχτερινή. 22 χρονών. Τελείωσε τη Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων το ’47. Αντί για διορισμό σε νοσοκομείο, ήρθε...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Η Ρόδα Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών, οδός Πειραιώς. Χειμώνας, 1949. Η κυρία Ελένη είχε βάρδια νυχτερινή. 22 χρονών. Τελείωσε τη Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων το ’47. Αντί για διορισμό σε νοσοκομείο, ήρθε εδώ. «Προσωρινά», της είπαν. Έμεινε 10 χρόνια. 03:10 τη νύχτα. Χτύπησε το κουδούνι της «ρόδας». Η ρόδα ήταν μια ξύλινη θυρίδα στον τοίχο. Από έξω, από τον δρόμο. Η μάνα άφηνε το μωρό, γύριζε τη ρόδα, χτυπούσε το καμπανάκι και έφευγε. Ανώνυμα. Χωρίς ενοχές. Χωρίς πρόσωπο. Η Ελένη έτρεξε. Πάνω στο μαξιλαράκι της ρόδας, ένα μωρό. Νεογέννητο. Τυλιγμένο σε μια στρατιωτική χλαίνη. Δίπλα, ένα σημείωμα με μολύβι: «Το λένε Νίκο. 3 ημερών. Δεν έχω γάλα. Συγχώρεσέ με». Η Ελένη το πήρε αγκαλιά. Πάγωνε. Ήταν κορίτσι. Όχι Νίκος. Η μάνα δεν ήξερε καν τι γέννησε. Ή δεν την ένοιαζε. Ή πεινούσε τόσο που δεν σκεφτόταν. Ο θάλαμος Δ’. 40 κούνιες. 40 μωρά. Η Ελένη είχε μόνη της τη βάρδια. 40 μωρά, μια νοσοκόμα. Άπλωσε τη «Νίκη» — έτσι τη βάφτισε επιτόπου — σε μια άδεια κούνια. Καρτελάκι: «Θήλυ. Εύρεση. 15/1/49. Βάρος 2.100». Δίπλα, ο «Γιώργος Αθηναίος». 4 μηνών. Τον βρήκαν σε καλάθι στην Ομόνοια. Πιο κει, η «Μαρία Βρεφοκομείου». 6 μηνών. Μάνα πόρνη από τα Βούρλα. Πιο κει, ο «Κώστας Πειραιώς». Πατέρας αντάρτης, σκοτωμένος στον Γράμμο. Μάνα εξόριστη. Παιδιά του Εμφυλίου. Παιδιά της Κατοχής. Παιδιά της πείνας. 04:00. Η Νίκη κλαίει. Η Ελένη ζεσταίνει γάλα σκόνη. Αμερικάνικο. Από τον Ερυθρό Σταυρό. Δεν φτάνει για όλα. Το νερό το βράζουν τρεις φορές. Φοβούνται τη δυσεντερία. Το ’48 πέθαναν 80 μωρά. Το ’49, 60. «Πρόοδος», έλεγε η Διευθύντρια. Η Ελένη ταΐζει τη Νίκη. Μετά τον Γιώργο. Μετά τη Μαρία. Με το ίδιο μπιμπερό. Δεν υπήρχαν 40 μπιμπερό. Τα έπλεναν γρήγορα με οινόπνευμα ανάμεσα στα μωρά. 05:30. Αλλάζει πάνες. Πάνες από σεντόνια κομμένα. Τα πλένουν στο χέρι. Τα απλώνουν στην ταράτσα. Τον χειμώνα δεν στέγνωναν. Τα έβαζαν υγρά. Τα μωρά πάθαιναν συγκάματα. Η Ελένη έκλαιγε τα βράδια στο σπίτι. Έλεγε στη μάνα της: «Δεν προλαβαίνω να τα χαϊδέψω, μάνα. Μόνο να τα κρατήσω ζωντανά». «Αυτό φτάνει», της έλεγε η μάνα της. «Στον πόλεμο, το ζωντανός είναι χάδι». Πρωί. 07:00. Αλλαγή βάρδιας. Έρχεται η κυρία Σοφία, 25 χρονών. «Πόσα;» ρωτάει. «Σαράντα ένα», λέει η Ελένη. «Ήρθε η Νίκη τη νύχτα. Στη ρόδα». Η Σοφία σκύβει πάνω από την κούνια. «Θα ζήσει;» «Δύο κιλά είναι. Αν δεν πάθει πνευμονία...» Δεν τελειώνει τη φράση. Δεν χρειάζεται. Μεσημέρι. Έρχεται ο γιατρός. Μια φορά τη βδομάδα. Κοιτάει τα μωρά από μακριά. «Πολτάκι ρυζιού στα μεγαλύτερα. Γάλα στα μικρά. Αν έχετε». Δεν είχαν πάντα. Απόγευμα. Έρχονται κυρίες από τον Ερυθρό Σταυρό. Αμερικάνοι. Βγάζουν φωτογραφίες. «Poor Greek babies», λένε. Αφήνουν κουτιά με γάλα σκόνη. Με πάνες. Με ασπιρίνες. Η Διευθύντρια χαμογελάει. «Ευχαριστούμε». Όταν φεύγουν, κλειδώνει τα κουτιά. «Για τα άρρωστα», λέει. «Να μην τα σπαταλάμε». Η Νίκη έζησε. 6 μηνών, την υιοθέτησε μια οικογένεια από τη Μασαχουσέτη. Έλληνες μετανάστες. Η Ελένη την έντυσε με τα καλά της. Ένα ροζ φανελένιο που το είχε πλέξει μόνη της τα βράδια. Της έδωσε και ένα πλεκτό κουκλάκι. «Να με θυμάσαι», της ψιθύρισε. Ήξερε πως δεν θα τη θυμόταν. Η Νίκη έγινε Nicole. Έμαθε αγγλικά. Σπούδασε. Το 2019, 70 χρονών, γύρισε στην Αθήνα. Έψαξε. Βρήκε την Ελένη. 94 χρονών, σε γηροκομείο. Της έδειξε το κουκλάκι. Καφέ, ξεθωριασμένο. Το φύλαγε 70 χρόνια. «Εσύ μου το έδωσες», της είπε. «Εσύ με κράτησες ζωντανή». Η Ελένη δεν θυμόταν. Είχε κρατήσει 2.000 μωρά ζωντανά. Αλλά έκλαψε. «Ζήσατε. Αυτό ήθελα μόνο. Να ζήσετε». Το Δημοτικό Βρεφοκομείο έκλεισε το 1965. Το κτίριο γκρεμίστηκε. Έγινε πολυκατοικία. Η ρόδα δεν υπάρχει πια. Αλλά στην Πειραιώς, τα βράδια, αν ακούσεις καλά, ακούς καμπανάκι. Και 40 μωρά να κλαίνε. Και μια νοσοκόμα 22 χρονών να τρέχει. Να ταΐζει. Να αλλάζει. Να νανουρίζει. Να τα κρατάει ζωντανά. Γιατί αυτό ήταν η Ελλάδα του 1949. Όχι μόνο ο Γράμμος. Όχι μόνο ο Εμφύλιος. Ήταν η Ελένη. Ήταν η Σοφία. Ήταν η ρόδα. Ήταν η Νίκη που έγινε Nicole. Ήταν τα 2.000 μωρά που έζησαν γιατί μια κοπέλα 22 χρονών δεν κοιμήθηκε ποτέ. Και κάθε 15 Ιανουαρίου, η Nicole ανάβει ένα κερί. Όχι για τη μάνα που την άφησε. Για την Ελένη που την πήρε. «Συγχώρεσέ με», έγραφε το σημείωμα. «Σε συγχωρώ», λέει η Nicole 70 χρόνια μετά. «Γιατί έζησα». 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους