Υποθετική Διάθεση – Πρόταση; Σου έκανε πρόταση γάμου; Έλενα, έχεις τρελαθεί; Τι το σκέφτεσαι ακόμα; – Σοφία, είναι πολύπλοκα τα πράγματα... – Πού ακριβώς είναι το πολύπλοκο; – η Σοφία πέταξε το παλτό...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Υποθετική Διάθεση – Πρόταση; Σου έκανε πρόταση γάμου; Έλενα, έχεις τρελαθεί; Τι το σκέφτεσαι ακόμα; – Σοφία, είναι πολύπλοκα τα πράγματα... – Πού ακριβώς είναι το πολύπλοκο; – η Σοφία πέταξε το παλτό της και κάθισε στο τραπέζι. – Πω πω, έτρεχα να προλάβω! Έχω μισή ώρα, μετά πρέπει να πάω τη Μυρτώ στο μπαλέτο και τον Λάμπη στο ποδόσφαιρο. – Σοφία, το παιδί θα κλείσει τα έξι. Μέχρι πότε θα τον φωνάζεις «Λάμπη»; – Να λες καλά που ακόμη έτσι τον λέω! Για φαντάσου, ήρθε χτες από τον παιδικό σταθμό με ύφος παντρεμένου και μου ανακοίνωσε ότι είναι ερωτευμένος! Με τη Νίκη, από τις διπλανές πολυκατοικίες! Σκέφτεται να την παντρευτεί. Πώς σου φαίνεται; – Ε, μια χαρά φυσιολογικό για τον διάδοχό σου. Θυμήσου λίγο τον εαυτό σου! – Μα μη συγκρίνεις! Θυμάσαι τι μου είχε κάνει η μάνα μου όταν της είπα στα δεκατέσσερα πως θα παντρευτώ; – Γέλασε η Σοφία. – Πόσο ήμουν τότε; – Δεκατεσσάρων και κινδύνεψε να πάθει ανακοπή όταν το ανακοίνωσες! Αν θυμάμαι καλά, ο Παναγιώτης ούτε που σε κοιτούσε τότε και εσύ δεν νοιάστηκες καθόλου. – Και τι έγινε τελικά; Τώρα είναι άντρας μου! Θα μπορούσε να μου είχε ρίξει πιο βαρύ κατσάδιασμα η μάνα τότε. Ένα χρόνο με είχε στις δουλειές του σπιτιού για να ”με τιμωρήσει”! Καλά να πάθω. Θα έπρεπε να μη με αφήνει να βγαίνω! – Εσένα δεν μπορούσε να σε σταματήσει κανείς. Η μάνα ήξερε ότι τα έξυπνα κινήματά σου δεν σε οδηγούσαν στις κακοτοπιές. Πάντα το μυαλό σου δούλευε! – Ειδικά όταν είχες μπλέξει κι εσύ, μαζί μου ως παιδιά! Θυμάσαι τους καβγάδες μας; Σε είχα σε πολύ άσχημη άποψη! Η Έλενα η σοβαρή κι εγώ η ... του κεφιού! – Ποτέ δεν το είπε η μαμά αυτό. – Ε, η γιαγιά φρόντιζε για όλους! Έλεγε ότι θα τα κάνω όλα ανάποδα, και κοίτα ποια δικαιώθηκε τελικά… – Σ’ αυτό το θέμα εγώ ήμουν λιγότερο σοφή... Η Έλενα απομάκρυνε την κούπα της και αναστέναξε. – Έλενα... – Η Σοφία έπιασε το χέρι της αδερφής της. – Τι σου φταίει τώρα; – Σοφία, φοβάμαι... – Θεέ μου, γιατί; Ε, βρήκες άνθρωπο της προκοπής και τώρα σκέφτεσαι σαν φοβισμένο γατί! Τι τρέχει; – Νομίζω πως δεν θα δεχτεί τον Μανώλη... Η Σοφία σούφρωσε τα χείλη της. – Πώς σου ήρθε αυτό; – Χθες, μετά τις γαρδένιες και αυτό το δαχτυλίδι, με ρώτησε αν μπορώ να αφήσω τον μικρό για λίγο στη γιαγιά... Η Έλενα γύρισε προς το παράθυρο, παίζοντας με το δαχτυλίδι στο χέρι της. Ήταν πανέμορφο και ακριβό, αλλά τι άλλο να περίμενε από τον Κωνσταντίνο... Επιτυχημένος επιχειρηματίας, αθλητικός τύπος και μουσικόφιλος, ο Κωνσταντίνος είχε αλλάξει ρότα όταν γνώρισε την Έλενα και πήρε την απόφαση η γυναίκα που θα είναι δίπλα του να αξίζει το καλύτερο. Δεν ήταν ποτέ σφιχτοχέρης, πάντα θυμόταν τι του είχε πει η μάνα του: – Γιε μου, η γυναίκα θα ζήσει και δύσκολα και θα στηρίξει τον άνθρωπο της αν αξίζει, αλλά δύο φορές θα σκεφτεί αν κάποιος που έχει δεν δίνει από το περίσσευμά του. Δεν είναι κακό αν το σκέφτεται έτσι. Αν θέλει να είναι πραγματικά μαζί σου, πάντα θα αναρωτιέται... «Τώρα τσιγγουνεύεται για μένα, αύριο μήπως τσιγγουνευτεί και για το παιδί;». – Μα μαμά, γιατί να το σκέφτεται έτσι; Τι σχέση έχει το παιδί; – Θυμάσαι τον μύθο με την Ελενίτσα την φτωχή; Οι γυναίκες σκεφτόμαστε δέκα βήματα μπροστά. Αυτό μας δόθηκε από τον Θεό· θα σκεφτούμε το μέλλον, καλό ή κακό. Αυτός/αυτή που σκέφτεται το μέλλον, λιγότερο συχνά θα βρεθεί εκτός δρόμου. Ο Κωνσταντίνος έδινε βάση στα λόγια της μάνας του, μιας δυνατής γυναίκας που μεγαλώνοντας τον μόνη της, χωρίς στήριγμα, ξεκίνησε απ’ την αρχή. Ο πατέρας του την παράτησε σχεδόν αμέσως μετά τη γέννα, παίρνοντας άλλη. Πετάχτηκε στο δρόμο με το μωρό, αδιάφορος για όλα. Η μητέρα του, Μαρία, δεν είχε πού να πάει. Οι δικοί της μακριά, σε ένα χωριό της Ηπείρου, κι εκείνη δεν ήθελε να επιστρέψει. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι μίζερο, με το ζόρι περίμενε να φύγει στην Αθήνα να σπουδάσει, δούλευε όπου έβρισκε, ήξερε πως «αν θέλεις να ζήσεις, πρέπει να τα καταφέρεις». Με τον σύζυγο γνωρίστηκαν τυχαία, παντρεύτηκαν από ανάγκη, όχι για έρωτα – αλλά ποτέ δεν είπε την αλήθεια στον γιο της. Τι να του έλεγε; Πως υπάρχουν άλλοι δρόμοι, άλλες αξίες... Γρήγορα έμεινε μόνη και βρήκε δουλειά σαν οικονόμος σε έναν ηλικιωμένο καθηγητή, τον κύριο Αλέξανδρο. Έγινε σύντομα μέρος της ζωής του, κι αυτός δεμένος με τον μικρό Κωνσταντίνο. – Κύριε Αλέξανδρε, πρέπει να φάτε! – του έφερνε το πιάτο. – Αργότερα, Μαράκι μου… – Τώρα! Δεν σηκώνει συζήτηση! – Το νομίζεις; – Το ξέρω! Πρέπει! – Και αν δεν θέλω; – Να θυμάστε τη γιαγιά σας. Έτσι σας φρόντιζε; Ε, φαντάσου πως είμαι εγώ η γιαγιά! – Πάλι σαν τη γιαγιά μου μιλάς... Δεν μπορούσες να μου πεις και για την αληθινή μου γυναίκα, για το χώμα που της αξίζει; – Ε, το έλεγε η γιαγιά σας; Τότε ήξερε τι μένει στον χρόνο και τι είναι πάντα σημαντικό... – Μαρία, είσαι φιλόσοφος! – Πού! Δεν έχω χρόνο για φιλοσοφίες! Να ταΐσω τώρα τον Κώστα. Έτσι κύλησε ο καιρός και ο κύριος Αλέξανδρος αγάπησε σαν δικό του παιδί τον μικρό. Κάποια στιγμή έκανε πρόταση στη Μαρία: να παντρευτούν, να μη μείνουν εκτεθειμένοι, να της αφήσει ό,τι του απόμεινε. Δίστασε, ύστερα το αποδέχτηκε. Για τον γιο της, όχι για την ίδια. Ύστερα από λίγο καιρό, παντρεύτηκαν αθόρυβα. Η Μαρία, με τη στήριξη του άντρα της, μπήκε στη σχολή και αποφοίτησε με τα χρόνια, ανοίγοντας μικρή δική της εταιρεία καθαρισμού και catering. Η ζωή τους βελτιώθηκε, ο Κωνσταντίνος ένιωθε ασφάλεια και φροντίδα. Ο αληθινός του πατέρας ποτέ δεν ασχολήθηκε. Μόνο όταν έμαθε για τον νέο σύζυγο, είπε: «Μην του πεις κακό λόγο για μένα, καλύτερα να μη με ξέρει». Η Μαρία το τήρησε. Ο Κωνσταντίνος έμαθε όλη την αλήθεια μόνο όταν έφυγε από τη ζωή ο κύριος Αλέξανδρος. – Μαμά, μα αυτός με αγαπούσε... – Πολύ! Όσο λίγοι δικοί τους αγαπούν το παιδί τους. Και εσείς ήσασταν ισοπαλία, εσύ του έδωσες πατρικό σκοπό, αυτός σε αγάπησε όσο κανείς... Έτσι η Μαρία πήγε να ζήσει στο εξοχικό, αφήνοντας τη διαμέρισμα στην Αθήνα στον Κωνσταντίνο, με καρτερία για εγγόνια – που άργησαν, μιας και ο γιος της όλο και δεν έβρισκε σύντροφο που να του ταιριάζει. – Κώστα, όλο ψάχνεις! Πόσες φίλες είχες! – Πολλές, μαμά. – Και; Ούσες και κούκλες και άξιες. Η Άννα λόγου χάρη, η Λίνα... Γιατί όχι; – Δεν ταιριάζω, μαμά. Η Άννα μόνο τη δουλειά νοιάζεται, η Λίνα δεν τη συμπάθησα ποτέ πραγματικά. – Εντάξει... Και τότε; Η Έλενα όταν εμφανίστηκε, έγινε κι η Μαρία χαρούμενη. Πια δεν ενοχλήθηκε από το ότι είχε ήδη ένα γιο, τον Μανώλη. – Κώστα, είσαι έτοιμος για ευθύνες; – Μαμά, ξέρεις ποιος με μεγάλωσε; Απλώς... κάπως φοβάμαι να με δεχτεί το παιδί. – Θα δουλέψεις πάνω σε αυτό! Θες τη γυναίκα, κέρδισε πρώτα το γιο της. Μη νομίζεις ότι για μια μάνα υπάρχει κάτι πιο σπουδαίο. – Μαμά! Εντάξει... – Και! Λοιπόν; Ο πατέρας δεν υπάρχει, άρα έχεις όλες τις ευκαιρίες να συνδέσεις. Αλλά σκέψου καλά, γιατί δεν είναι παιχνίδι η ζωή παιδιού, ούτε δύο παιδιών. Αν φύγεις, η Έλενα θα σταθεί, αλλά ο μικρός..; Σκέψου! Το πήρε στα σοβαρά. Έκανε την πρόταση· τώρα, η Έλενα κάθεται στο αγαπημένο της καφέ με τη Σοφία, αναποφάσιστη. Η Σοφία διστάζει, αλλά δεν αντέχει: – Τι σου είπε, τελικά; – Τίποτα συγκεκριμένο. Απλά ζήτησε να συνεννοηθώ με τους γονείς μου να πάρουν για μια βδομάδα τον Μανώλη μετά το γάμο. Αφού γύρισε το κουταλάκι στο τραπέζι με νεύρο, η Σοφία το παίρνει, γλείφει τη σαντιγί κι όπως παλιά, της κόβει ένα ελαφρύ χτύπημα στο μέτωπο. – Αχ, Σοφία, πονάει! – Δεν πειράζει, ξέρεις πόσες σβήνει η πείρα; – Πότε σταματήσαμε να είμαστε παιδιά, λες; – Από τότε που έμεινες έγκυος στον Μανώλη; Μάλλον νωρίτερα... – Ναι. Η ζωή μας δεν διδάσκει τίποτα; Κι αν τότε μου έλεγες να μιλήσω λίγο παραπάνω, τι θα είχε αλλάξει; – Δεν ξέρεις, μα πρέπει να μάθεις να μιλάς σε αυτούς που σε αγαπάνε. Ειδικά με τον Κωνσταντίνο. Η Έλενα σκέφτεται την ιστορία πίσω απ’ τον μικρό της: η σχέση της με τον Νίκο, συμμαθητή της, που τέλειωσε άδοξα, και πώς δεν είπε τίποτα στη μάνα και στον πατέρα της. Η Σοφία το κατάλαβε, ο πατέρας της το χειρίστηκε καλύτερα απ’ όλους, ευχαριστημένος που θα γίνει παππούς. Η Έλενα, με στήριξη από οικογένεια κι αδερφή, κουβάλησε τον Μανώλη χωρίς να λείψει τίποτα, τέλειωσε τις σχολές της, βρήκε δουλειά, μεγάλωσε το παιδί της. Θα ρισκάρει να της γκρεμιστεί η ασφάλεια για το χατίρι της καρδιάς; Με σκυθρωπό πρόσωπο και τις σκέψεις ζωγραφισμένες στο μέτωπο, η Σοφία, γελώντας, παραγγέλνει δεύτερη δόση εκλεράκια και κουτάλι. – Δηλαδή τόσο δύσκολο είναι να ρωτήσεις απλά; Γιατί θέλει ο Κωνσταντίνος τον Μανώλη στους γονείς εκείνη την εβδομάδα; Τόσο δύσκολο; – Να το ρωτήσω; – Ναι! Απλά ρώτα. Πάρε τον τώρα. Η Σοφία της δίνει το κινητό. – Έλα, πάρ’ τον. Τώρα! – Είναι σε meeting! – Και; Να δεις το ενδιαφέρον του! – Αυτό είναι σωστό; – Ποιος νοιάζεται; Γράψε μήνυμα αν δε θες να τον καλέσεις. – Τι θα σκεφτεί για μένα; – Σημασία... έχει; Έχεις το δαχτυλίδι του. Δέχτηκες; Δέχτηκες! Ή τουλάχιστον δεν αρνήθηκες. Ε, πώς να πορευτείς σοβαρά όταν φοβάσαι να ρωτήσεις; Δε θα σου διαβάζει το μυαλό. Ξεκόλλα από τα υποθετικά! Θέλεις ή δεν θέλεις; Εσύ αποφασίζεις! – Εύκολο το λες... – Απλά ρώτα! – κουρασμένα χαμογελά η Σοφία. Η απάντηση δεν άργησε. Ο ήχος του μηνύματος κι ένα γελαστό emoticon φωτίζουν το πρόσωπο της Έλενας. – Τώρα; Είναι πιο κατανοητά τα πράγματα; – Χαμογελώντας, η Σοφία κοιτάζει το ρολόι. – Άργησα! Εσύ χαμογέλα, όλα καλά θα γίνουν! Μια εβδομάδα οι δυο σας, μια με την οικογένεια όλοι μαζί. Ε, ζηλεύω λίγο! Ο Πάνος ούτε που θα το σκεφτόταν. Και συζήτησε με τον μικρό. Μήπως είναι έτοιμος να δώσει μια αγκαλιά στον Κωνσταντίνο σαν πατέρας; – Λες; – Το ξέρω! Αλλά δεν στο είπα εγώ! Η Σοφία φεύγει βιαστικά, κάνει μια γκριμάτσα στην πόρτα κι αφήνει την αδερφή της να σκεφτεί. Η Έλενα σκέφτεται – κι η απόφαση δεν είναι μακριά. Τρία χρόνια πιο μετά, ο περήφανος Μανώλης θα δεχτεί στα χέρια του το νεογέννητο αδερφάκι του … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους