[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Έφυγε για άλλη, κι εγώ έμεινα — Μαρία, θέλω να σου πω κάτι. Η Μαρία Δεσποπούλου στεκόταν μπροστά στην κουζίνα, ανακατεύοντας τη φασολάδα που έβραζε. Η φωνή του άντρα της είχε εκείνη τη χροιά που...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Έφυγε για άλλη, κι εγώ έμεινα — Μαρία, θέλω να σου πω κάτι. Η Μαρία Δεσποπούλου στεκόταν μπροστά στην κουζίνα, ανακατεύοντας τη φασολάδα που έβραζε. Η φωνή του άντρα της είχε εκείνη τη χροιά που έπαιρνε όταν κάτι δεν πήγαινε καλά στη δουλειά ή όταν έπρεπε να παραδεχτεί πως ξόδεψε κάτι παραπάνω από όσο έπρεπε. Λίγο αγχωμένος, λίγο ένοχος, αλλά αποφασισμένος να μιλήσει. — Πες μου, απάντησε χωρίς να γυρίσει. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι δε θα κολλούσε το φαγητό. — Φεύγω. Έχω άλλη γυναίκα. Ακούμπησε την κουτάλα. Γύρισε και τον κοίταξε. Ο Γιάννης στεκόταν στο κατώφλι, με σακάκι, παρόλο που στο σπίτι ποτέ δεν φορούσε βράδυ σακάκι. Σαν να ήθελε να δώσει μια επίσημη βαρύτητα στη στιγμή. — Από πότε; ρώτησε. — Οκτώ μήνες. — Κατάλαβα. Ο Γιάννης φαίνεται να περίμενε άλλη αντίδραση. Δάκρυα, φωνές, ερωτήσεις. Την κοίταξε αμήχανα. — Μαρία, δεν θέλω να έχουμε κακίες. Για εμένα ήσουν πάντα… το στήριγμά μου. Έμπιστο στήριγμα. Το εκτιμώ πολύ αυτό. Η Μαρία τον κοίταξε αρκετή ώρα, έτσι όπως κοιτάζει κανείς κάτι ξένο που δεν ξέρει πού να το βάλει. — Στήριγμα, επανέλαβε ήρεμα. Καλά. Θα φας; — Τι; — Η φασολάδα είναι έτοιμη. Θα φας ή όχι; Ο Γιάννης έχασε τελείως τα λόγια του. — Όχι, εε… όχι. Μαρία, κατάλαβες τι είπα; — Κατάλαβα. Φεύγεις για άλλη. Οκτώ μήνες. Στήριγμα. Όλα κατανοητά. Δεν θα φας λοιπόν. Καλά. Πήρε ένα καθαρό πιάτο, έβαλε φασολάδα κι έκατσε στο τραπέζι. Ο Γιάννης έμεινε πέντε λεπτά ακόμα. Ύστερα πήγε στο υπνοδωμάτιο να μαζέψει πράγματα. Άνοιγε συρτάρια, έκανε φασαρία με σακούλες. Η Μαρία έτρωγε. Η φασολάδα της είχε γίνει νόστιμη, σωστά δεμένη, με τη μυρωδιά του λεμονιού. Όπως την άρεσε στον Γιάννη, όπως την έκανε τριάντα χρόνια τώρα. Το σκέφτηκε αυτό και άφησε τη κουτάλα. Μετά πήρε ξανά το κουτάλι. Τελείωσε το πιάτο. *** Ο Γιάννης Παπαγεωργίου ήταν πενήντα έξι χρονών, βιοπαλαιστής, διευθυντής σε μια κατασκευαστική εταιρεία. Από τους τυπικούς με μέτρια καριέρα, πρόσεχε τον εαυτό του, κάλυπτε τα λευκά μαλλιά με ειδικό σαμπουάν, παρόλο που το αρνιόταν ακόμα και στη γυναίκα του. Παντρεύτηκε στα εικοσιεπτά του, έζησε είκοσι οκτώ χρόνια με τη Μαρία, μεγάλωσε το μοναχογιό τους, τον Αλέξανδρο, που τώρα εργαζόταν στη Θεσσαλονίκη και τηλεφωνούσε μια φορά τη βδομάδα. Η Έλενα Σταθάκη - είκοσι εννιά, γραμματέας. Ψηλή, καστανή, ενθουσιαζόταν εύκολα: για ένα καλό φαγητό, καινούριο κινητό, το πώς ο κύριος Γιάννης έλυνε προβλήματα με ένα μόνο τηλεφώνημα. Ήταν ευχάριστο. Η Μαρία Δεσποπούλου, πενήντα τριών, αρχιλογίστρια στο δημοτικό νοσοκομείο. Μικροκαμωμένη, σκούρα μαλλιά με τα πρώτα γκρίζα στους κροτάφους, που δεν τα έκρυβε. Μέτραγε πιο γρήγορα από την ταμειακή, διάβαζε τρία βιβλία το μήνα, έκανε την καλύτερη φασολάδα στη γειτονιά. Είκοσι οκτώ χρόνια οργάνωνε σπίτι, οικογένεια και δουλειά, χωρίς να ζητάει μπράβο ή να το θεωρεί κάτι το ιδιαίτερο. Έτσι ήταν η ζωή. Ζούσαν στη Νέα Ιωνία, σε μια τυπική τριπλή κατοικία, στον τέταρτο όροφο πολυκατοικίας με εννιά πατώματα. Καλή, περιποιημένη, με κουρτίνες που η Μαρία είχε ράψει μόνη της γιατί δεν έβρισκε στα μαγαζιά το χρώμα που ήθελε. Όταν ο Γιάννης έφυγε, η Μαρία κάθισε λίγο στην κουζίνα. Έξω ψιλόβρεχε, τέλη Οκτώβρη. Μετά σηκώθηκε, μάζεψε το τραπέζι, έπλυνε τα πιάτα, και πήγε για ύπνο. Τις τρεις πρώτες μέρες σχεδόν δε σκεφτόταν. Πήγαινε στη δουλειά, έκανε αναφορές, απαντούσε στους συναδέλφους μα τόσο σίγουρα πως «όλα καλά» που κανείς δεν επέμενε. Τα βράδια στο σπίτι ήταν ξαφνικά υπερβολικά ήσυχα· καθόταν και κοίταζε το κενό. Δε δάκρυζε. Μέσα της ήταν κάτι σαν μούδιασμα, όπως όταν χτυπηθείς αλλά ο πόνος αργεί να έρθει. Την τέταρτη μέρα πήρε τηλέφωνο η καλή της φίλη, Χριστίνα. — Μαρία, το άκουσα. Αλήθεια είναι; — Αλήθεια. — Θεέ μου… Πώς είσαι; — Καλά. — Μαρία, όχι "καλά". Τριάντα χρόνια σε ξέρω. Πώς είσαι στ’ αλήθεια; Η Μαρία σώπασε λίγο. — Χριστίνα, ξέρεις το πιο παράξενο; Αντιλήφθηκα ότι δεν ξέρω πια τι σκέφτεται ο Γιάννης. Ζούσαμε μαζί, αλλά δεν ήξερα. Αυτό μάλλον είναι το χειρότερο. Η Χριστίνα κράτησε σιωπή, μετά είπε διστακτικά: — Να μιλήσεις μαζί του ίσως; Μήπως... — Όχι. Δεν χρειάζεται. Απλά σκέφτομαι μεγαλόφωνα. Δεν της είπε τι σκέφτηκε στ’ αλήθεια: όταν ο Γιάννης της το ανακοίνωσε, το πρώτο της συναίσθημα δεν ήταν ο πόνος. Ηταν μια ανακούφιση, σαν να κουβαλούσε χρόνια μια βαριά σακούλα και επιτέλους την άφησε. Ντρεπόταν κιόλας που το αισθανόταν. Την πέμπτη ημέρα κατέβασε από τον τοίχο της σάλας τη μεγάλη φωτογραφία του γάμου· ο Γιάννης με σκούρο κοστούμι, η ίδια στα λευκά, νέα και γελαστή. Την έβαλε στην αποθήκη, δεν την έσπασε, ούτε την πέταξε: απλά την έβγαλε. Στον τοίχο έμεινε ένα αχνό σημάδι. Το κοίταξε πολλή ώρα. Μετά πήρε τηλέφωνο το κατάστημα «Αγαπημένο Σπίτι». *** Το βάψιμο το ανέλαβε μόνη της όσο μπορούσε. Για τα δύσκολα, κάλεσε μάστορα. Ξεκόλλησε τις παλιές πράσινες ριγέ ταπετσαρίες στη σάλα, έβαλε ανοιχτά κρεμ. Αγόρασε έτοιμες καινούριες κουρτίνες μ’ έντονα λουλουδάτα σχέδια, που ο Γιάννης δε θα ενέκρινε· ήθελε πάντα λιτά, μονόχρωμα. Άλλαξε θέση στα έπιπλα όπως ήθελε εκείνη, όχι όπως είχαν αποφασίσει μαζί κάποτε — ο καναπές πήγε κοντά στο παράθυρο. Ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε μετά από δύο βδομάδες. Είχε μάλλον λάβει τα νέα απ’ τον πατέρα του. — Μαμά, πώς είσαι; — Καλά, Αλέξανδρε. Κάνω ανακαίνιση. — Ανακαίνιση; Δεν το περίμενα. — Άλλαξα ταπετσαρία στη σάλα. Θέλω να το κάνω και στο υπνοδωμάτιο. — Μαμά… είσαι καλά όμως; — Καλά είμαι, παιδί μου. Εσύ πήρες τον μπαμπά; Ο Αλέξανδρος δίστασε. — Πήρα. — Καλά έκανες. Είναι ο πατέρας σου, πρέπει να επικοινωνείτε. Θα έρθεις Πρωτοχρονιά; — Εννοείται. Μαμά, μόνη σου δεν… Είναι δύσκολο για σένα; Κοίταξε τη λουσάτη σάλα, τις κρεμ ταπετσαρίες, τις καινούριες κουρτίνες, τον καναπέ δίπλα στο φως. — Ξέρεις, είπε ειλικρινά, έκπληξη μου είναι που δεν δυσκολεύομαι καθόλου. Κι εγώ απορώ. Ο Αλέξανδρος το πήρε βαριά, μετά ηρέμησε. Ήταν καλό παιδί, αλλά σαν όλα τα παιδιά ώριμων γονιών, πίστευε ότι ό,τι κι αν γίνει οι μεγάλοι τα καταφέρνουν. Το Νοέμβρη, ψάχνοντας στην αποθήκη για τα χειμωνιάτικα, η Μαρία βρήκε ένα μεγάλο χαρτονένιο κουτί με τα παλιά της πλεκτά. Βελονάκια, βελόνες, κουβάρια μαλλί, έργα μισοτελειωμένα από δεκαπέντε χρόνια πριν. Τότε είχε παραπονεθεί ο Γιάννης ότι τα νήματα παντού τον ενοχλούσαν, και η Μαρία σιωπηλά τα είχε μαζέψει. Έβγαλε το κουτί στη μέση του σαλονιού και το κοιτούσε ώρα. Μετά πήρε τις βελόνες. Έκατσε στον καναπέ της δίπλα στο φως του παραθύρου, κι έξω χιόνιζε, το πρώτο χιόνι της χρονιάς. Τα χέρια τις θυμήθηκαν μόνα. *** Η Ιωάννα από τον προγραμματισμό στο νοσοκομείο πρόσεξε το κασκόλ της Μαρίας αρχές Δεκέμβρη. — Το έπλεξες μόνη; Τι όμορφο! — Μόνη. Είχα χρόνια να πλέξω, ξεκίνησα σιγά σιγά. — Μαρία, θα μου πλέξεις και μένα; Θα σε πληρώσω. — Έλα τώρα, άφησέ τα. — Όχι, σοβαρά. Θα σου φέρω όποιο μαλλί θες, και θα σου δώσω. Θέλω να’χω έναν σκούφο με γυριστό τελείωμα... Έτσι ήρθε η πρώτη παραγγελία. Σχεδόν τυχαία, όπως συμβαίνει με τις δουλειές που μετά γίνονται σημαντικές. Δεκέμβρη κι Ιανουάριο έπλεξε οκτώ πράγματα: τρία σκούφους, δυο κασκόλ, γάντια, δυο πουλόβερ. Έπαιρνε ελάχιστα χρήματα, ίσα καρμικά, αλλά ήταν κι αυτά δικά της, εκτός του μισθού, βγαλμένα με τα χέρια και την απόλαυση να κάθεται τα βράδια με το νήμα της και το παράθυρο δίπλα. Η Χριστίνα, όταν ήρθε για καφέ, σάρωσε το ανακαινισμένο σαλόνι, τις καινούριες κουρτίνες, την κούτα με μαλλί στο ράφι. — Άλλη έγινες, της είπε. — Τι εννοείς; — Δε ξέρω. Ήσυχη. Φοβόμουν ότι θα καταρρεύσεις κι εσύ... μα... — Δεν κατέρρευσα, συμφώνησε η Μαρία. Δεν ξέρω καν γιατί. Μάλλον δεν πρόλαβα. — Ο Γιάννης τηλεφώνησε; — Ναι, μια φορά. Νοέμβρη. Ζήταγε χαρτιά για το αυτοκίνητο. Του είπα πού είναι. Δεν ξαναπήρε. — Μόνο για το αυτοκίνητο λοιπόν... — Μόνο για το αυτοκίνητο. Σώπασαν. Η Χριστίνα έπιασε τη κούπα της με τα δύο χέρια, όπως πάντα όταν προβληματιζόταν. — Τον μισείς; Η Μαρία το σκέφτηκε καλά. — Όχι. Αυτό είναι το περίεργο. Υπήρχε, υπάρχει, μια πίκρα. Όχι μίσος. Έκανε αυτό που έκανε, τώρα έχει τη δική του ζωή, εγώ τη δική μου. — Πώς επιβιώνεις με την απιστία, χωρίς να τρελαθείς, είπε η Χριστίνα με μισό χαμόγελο. Πρέπει να γράψεις βιβλίο! — Έχω καιρό ακόμα, γέλασε για πρώτη φορά η Μαρία, αληθινά. *** Η Έλενα τελικά ήταν πολλές αρετές, αλλά δε το είχε με το σπίτι. Ο Γιάννης το προσέξε αργά. Στην αρχή όλα καλά: ταβέρνες, εκδρομές, αίσθηση νεότητας. Η Έλενα θαύμαζε κάθε τι πάνω του, τον ανέβαζε. Του έλεγε ότι για την ηλικία του ήταν νέος, κι εκείνος ένιωθε άλλος άνθρωπος. Όταν συζήτησαν, στην ενοικιαζόμενη γκαρσονιέρα στην Πετρούπολη, διαπίστωσε μερικά πράγματα. Η Έλενα δεν μαγείρευε. Καθόλου. Όχι απλά άσχημα — δεν έβρισκε λόγο να μπεις στη κουζίνα, αφού υπήρχαν ντελίβερι. Μάλλον ακριβό και γρήγορα κουραστικό. Καθαριότητα; Παντού πράγματα: στο καναπέ, στο πάτωμα, στην μπανιέρα. Όχι βρωμιά, απλά… διάχυση προσωπικού χώρου. Ο Γιάννης που είχε μάθει σε τάξη τρελαινόταν σιγά σιγά. Οικονομικά; Η Έλενα δε συνειδητοποιούσε γιατί να μαζεύεις λεφτά ή να πληρώνεις ενοίκιο πριν τη μέρα του. Ο Γιάννης εξηγούσε — κάθε μήνα τα ίδια. Κι έπαιρνε συχνά τις φίλες της σπίτι, γέλια, κρασιά, ποτήρια άπλυτα. Ο Γιάννης τραβιότανε να κοιμηθεί και άκουγε τα γέλια τους πίσω απ’ τον τοίχο, που δεν του άρεσαν τελικά καθόλου. Το Φεβρουάριο πήρε τηλέφωνο τη Μαρία. — Πώς είσαι; — Καλά, Γιάννη. — Δε θύμωσες με το ότι άργησα να πάρω; — Όχι. Παύση. — Ξέρεις, πού είναι τα χαρτιά του ψυγείου; Θέλω το σέρβις. — Στον πράσινο φάκελο, τρίτο ράφι στην αποθήκη. — Δεν τα πήρες μαζί σου; — Όχι. Δεν άγγιξα τίποτα σου. — Εντάξει, ευχαριστώ. Έκλεισε το τηλέφωνο. Κάθισε λίγο κοιτάζοντας έξω. Το χιόνι έλιωνε, φαινόντουσαν σκούρες ανταύγειες στις στέγες. Έρχεται άνοιξη. Πήρε τις βελόνες. Ξεκινούσε ένα καινούριο πουλόβερ, ανοιχτό γκρι-μπλε, για την ίδια. *** Το Μάρτιο, στο νοσοκομείο αποχώρησε ο προϊστάμενος του λογιστηρίου, ο κύριος Παναγιώτης. Τη φώναξε η διευθύντρια, κυρία Καλογεροπούλου. — Μαρία, να μιλήσω ανοιχτά. Τόσα χρόνια στην ίδια θέση, θα ήσουν ήδη παραπάνω αν το ήθελες. Γιατί δεν προχώρησες; Η Μαρία σκέφτηκε. — Η οικογένεια, ίσως. Δε θέλησα παραπάνω βάρος. — Τώρα; — Τώρα… τώρα τα πράγματα άλλαξαν. — Το έμαθα, λυπάμαι. — Δεν χρειάζεται. Πείτε μου μόνο τι χρειάζεται για τη θέση. Η διευθύντρια χαμογέλασε. — Τα ξέρεις ήδη καλύτερα από μένα. Υποβάλλεις αίτηση; — Υποβάλλω. Το έκανε την ίδια μέρα. Γύρισε σπίτι με τα πόδια, παρότι περνούσε το λεωφορείο. Ήθελε να περπατήσει. Ο Μάρτης μύριζε βρεγμένη άσφαλτο και κάτι φρέσκο. Δεν πρόσεχε τέτοιες λεπτομέρειες παλιά: τη μυρωδιά του μήνα, τις ιριδίζουσες λακκούβες, τα μπουμπούκια που σχεδόν ανοίγουν στα κλαδιά. Σκεφτόταν: η ζωή συνεχίζεται. Μια κοινότοπη σκέψη, αλλά τα κοινότυπα είναι συνήθως αληθινά. *** Απρίλη ήρθε ο Γιάννης. Ούτε τηλεφώνησε, ούτε καν μήνυμα. Άνοιξε η Μαρία. Στεκόταν στην είσοδο με την ίδια μπουφάν που του είχε πάρει εκείνη τρία χρόνια πριν, ταλαιπωρημένος, μαύροι κύκλοι. — Μπορώ να μπω; — Γιατί; Κατέβασε το βλέμμα. — Μαρία, πρέπει να μιλήσουμε. Του άνοιξε. Μπήκε και κοίταξε γύρω του. Πρόσεξε τις νέες ταπετσαρίες, τις καινούριες κουρτίνες, τα έπιπλα αλλαγμένα. Κόλλησε για λίγο. — Έκανες ανακαίνιση. — Ναι. — Πολύ ωραία. Δεν απάντησε. Πήγε στην κουζίνα, έβαλε μπρίκι για καφέ, από συνήθεια. Ο Γιάννης κάθισε. Τον κοίταζε και τον έβλεπε κάπως αλλιώς. Ούτε καλά, ούτε άσχημα, απλά αλλιώς. Σαν να γυρνάς σε μια παλιά πλατεία και ξαφνικά προσέχεις λεπτομέρειες που δεν έβλεπες. — Πώς είσαι; ρώτησε. — Καλά. Με ανέβασαν στη δουλειά. — Μπράβο. Το άξιζες. — Το άξιζα. Καιρό τώρα. Το κατάλαβε. — Μαρία… — Γιάννη, πες το καθαρά. Τι θέλεις; Έτριψε τη μύτη του, παλιά συνήθεια όταν ένιωθε άβολα. — Με την Έλενα… δύσκολα. Δεν είναι όπως νόμιζα. Άλλος άνθρωπος. — Γίνεται. — Νόμιζα… νόμιζα θα μπορείς να με συγχωρέσεις. Εσύ πάντα καταλάβαινες, κράταγες το σπίτι. Η Μαρία σέρβιρε δύο φλυτζάνια καφέ, κάθισε στο τραπέζι. — Ναι, εικοσιοκτώ χρόνια το έκανα. Αλλά δεν το εκτίμησες ποτέ στ’ αλήθεια. — Το ήξερα. — Όχι πολύ. Και γι' αυτό με έλεγες στήριγμα. — Δεν ήθελα να προσβάλω, το στήριγμα… — Το στήριγμα είναι αυτό που μένει πίσω, όταν οι άλλοι προχωράνε. Είναι ο εύκολος χώρος που κρατάει το σπίτι ζωντανό. — Μαρία... — Χωρίς κακία το λέω. Ειλικρινά. Απλά εξηγώ γιατί δεν γίνεται όπως το φαντάζεσαι. — Θέλω να γυρίσω. — Το ακούω. — Κι εσύ; Τον κοίταξε. Στο βλέμμα του έκπληξη, σαν παιδί που δεν φαντάζεται το όχι. Περίμενε δάκρυα, φωνές, μετά λύπη και μετά συγχώρεση. Ήταν σίγουρος για το τέλος, γιατί πάντα συγχωρούσε. — Όχι, απάντησε απλά. — Γιατί; — Γιατί δε θέλω. Κοίταζε, δεν καταλάβαινε. — Και μόνη σου; Καλά είσαι μόνη; Σήκωσε η Μαρία το φλυτζάνι. Τον κοίταξε ήρεμα. — Ξέρεις τι με ξάφνιασε όλο αυτό το διάστημα; Φοβόμουν ότι χωρίς εσένα δε θα έχω χώρο, θα είμαι σε κενό. Τελικά, χωρίς εσένα, ο χώρος είναι μεγάλος. Πιο πολύ για μένα. Σιώπησε ο Γιάννης. — Είσαι καλός, ίσως, είπε εκείνη — όχι ειρωνικά, ούτε φιλοφρόνηση, διαπίστωση. — Απλά πίστευες ότι εγώ πάντα θα είμαι στο σπίτι, πάντα στήριγμα. Αλλά έφυγα κι εγώ. — Τι να κάνω τώρα; ρώτησε, αφελώς σχεδόν. — Δεν ξέρω, Γιάννη. Δικό σου θέμα. Ήπιε το καφέ του. Κάθησε λίγο, σηκώθηκε. — Θα κάνεις αίτηση διαζυγίου; — Ναι, σύντομα. Ξέρω τι πρέπει να γίνει. Έγνεψε. Πήρε το μπουφάν. — Εντάξει… εντάξει. Στην πόρτα γύρισε. — Άλλαξες. — Όχι. Ήμουν πάντα έτσι. Απλά δεν με έβλεπες. Έκλεισε η πόρτα. Η Μαρία κάθισε λίγο ακόμα. Έξω ακουγόταν η κίνηση, γέλια, φωνές από την πλατεία. Ένα τυπικό ανοιξιάτικο απόγευμα στη Νέα Ιωνία. Μάζεψε τα φλυτζάνια, άνοιξε το παράθυρο: μπήκε αέρας που μύριζε χώμα και άνθη πλατάνου. *** Τον κύριο Νίκο Νικολάου τον είδε πρώτη φορά σε συνέλευση πολυκατοικίας. Είχε μετακομίσει το χειμώνα στον έκτο όροφο αφού πούλησε το εξοχικό του. Τα παιδιά του: ο ένας στην Πάτρα, ο δεύτερος στη Λάρισα. Ο ίδιος χήρος τρία χρόνια, συνταξιούχος μηχανικός που σχεδίαζε δρόμους και γέφυρες. Στη συνέλευση εξηγούσε ήρεμα και απλά το πρόβλημα με τη διαρροή· ο διαχειριστής τον άκουγε. Η Μαρία τον παρατήρησε γιατί είχε έναν αέρα ανθρώπου που δεν χρειάζεται να αποδεικνύει τίποτα σε κανέναν. Γνωρίστηκαν τυχαία, μια μέρα στο ασανσέρ Μάιο μήνα. Εκείνη έσπρωχνε μια μεγάλη σακούλα με μαλλί, χτυπούσε στην πόρτα. — Θέλετε να βοηθήσω; της πρότεινε. — Θα τα καταφέρω. — Το βλέπω. Αλλά θα ήταν πιο εύκολο αν βοηθούσα. Χαμογέλασε. Του έδωσε την τσάντα. Είπαν δυο λόγια, συνέχισαν το διάλογο στα σκαλιά. Την πήγε μέχρι την πόρτα της. — Πλέκετε; ρώτησε δείχνοντας το σακούλι. — Ναι, και σας φαίνεται αστείο; — Καθόλου. Χαίρομαι. Μου έμεινε μαλλί της γυναίκας μου, καλό, δεν ξέρω τι να το κάνω. Θέλετε; Το πήρε η Μαρία. Ήταν ακριβό μαλλί, μαλακό, τακτοποιημένο. Άρχισαν να μιλούν όταν συναντιούνταν στην είσοδο. Εκείνος πέρασε για καφέ μία, δύο φορές. Συζητούσαν για την πόλη, δουλειές, βιβλία. Εκείνος διάβαζε πολύ, χωρίς επιτήδευση, με αυτιά πρόθυμα να ακούσουν και με σιωπή όταν σκεφτόταν εκείνη φωναχτά. Ιούνιο του έπλεξε κασκόλ. Γκρι, με το μαλλί που της είχε δώσει. — Γιατί κασκόλ καλοκαίρι; απόρησε. — Για το φθινόπωρο. Και για να δω αν δουλεύει καλά το μαλλί. — Δουλεύει; — Δουλεύει. Το πήρε χωρίς περιττές λέξεις, σοβαρά. Αυτό άρεσε στη Μαρία. *** Τον Ιούλιο έκανε αίτηση διαζυγίου. Ο Γιάννης δεν φέρθηκε άσχημα. Βρεθήκανε στο δικηγόρο, υπέγραψαν τα χαρτιά. Εκείνος φαινόταν κουρασμένος, χαμένος. Η Μαρία φορούσε ανοιχτόχρωμο καλοκαιρινό φόρεμα, πρώτη φορά μετά από χρόνια είχε πάρει κάτι ζωντανό, εκτός από τα… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences