[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Κρυφή Δύναμη - Έβαλες το ίδιο πουλόβερ πάλι; - Η φωνή της Άννας-Αργυρώς αντηχούσε λες και μιλούσε για κάποιο αντικείμενο που βρήκε κάτω από τον καναπέ, κι όχι για ρούχο. - Δήμητρα, σε παρακαλώ. Απόψε...

25#

Πλήρες Κείμενο:

Κρυφή Δύναμη - Έβαλες το ίδιο πουλόβερ πάλι; - Η φωνή της Άννας-Αργυρώς αντηχούσε λες και μιλούσε για κάποιο αντικείμενο που βρήκε κάτω από τον καναπέ, κι όχι για ρούχο. - Δήμητρα, σε παρακαλώ. Απόψε θα έρθουν οι Παλαιοκώσταιοι. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό; Στεκόμουν στην κουζίνα, ανακατεύοντας τη σούπα στην κατσαρόλα. Το κουτάλι έκανε κύκλους ήρεμα, σταθερά. Όμως μέσα μου κάτι σφιγγόταν από τον τόνο της - όχι ότι ήταν η πρώτη φορά. Ούτε θα ήταν και η τελευταία. - Καταλαβαίνω, κυρία Άννα-Αργυρώ, - απάντησα χωρίς να γυρίσω. - Όχι, δε νομίζω. Οι Παλαιοκώσταιοι είναι συνεργάτες του Χρύσανθου. Σοβαροί άνθρωποι. Κι εσύ μοιάζεις σαν... - Κοντή παύση, διακριτά βαριά - σαν να πήγες να μαζέψεις ελιές. Άφησα το κουτάλι στην άκρη και γύρισα. Εκείνη στεκόταν στο κατώφλι της κουζίνας, μ' ένα φλιτζάνι καφέ, στο μεταξωτό της ρόμπα, με αυτό το βλέμμα που είχα μάθει να διαβάζω: όχι κακία - όχι. Κάτι σαν απογοήτευση. Σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει κάθε φορά ότι ο γιος της έκανε λάθος. - Θα αλλάξω πριν το δείπνο, - απάντησα ήσυχα. - Καλό θα ήταν. - Κι έφυγε, χωρίς άλλη κουβέντα. Γύρισα πάλι στη σούπα. Μύριζε δάφνη, καρότο, βραστό ζουμί. Έξω από τα παράθυρα του σπιτιού απλωνόταν το προσεγμένο γρασίδι - ίσιο, καταπράσινο, το πότιζαν κάθε πρωί τα αυτόματα ποτιστικά. Το κοίταζα, σκεφτόμενος ότι έπρεπε σήμερα οπωσδήποτε να τελειώσω την έφεση για έναν πελάτη από τη Λαμία. Οι προθεσμίες πλησίαζαν ασφυκτικά. Κανείς από το σπίτι δεν ήξερε για αυτή την έφεση. Κανείς δεν ήξερε για τον πελάτη από τη Λαμία. Κανείς εδώ δεν ήξερε τίποτα ουσιαστικό για μένα. Με λένε Δήμητρα Μαλτέζου, παντρεμένη Σακελλαρίου. Είμαι είκοσι πέντε. Κατάγομαι από τη μικρή Ιτέα, στις όχθες του Σπερχειού, περίπου τέσσερις ώρες από την Αθήνα. Ο πατέρας μου είναι συνταξιούχος καθηγητής φυσικής, η μητέρα μου λογίστρια σε τοπικό κέντρο υγείας. Δυάρι σπίτι, μικρός κήπος, η γάτα μας, η Φανή, και η ακλόνητη πεποίθηση των γονιών μου πως "η κόρη μας είναι έξυπνη, πρέπει να προχωρήσει". Και έπρεπε. Πρώτα άριστη στο σχολείο, μετά πτυχίο Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με άριστα, μεταπτυχιακό στο Οικονομικό Δίκαιο, πρακτική σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο της Αθήνας, δικοί μου πελάτες στη συνέχεια, λίγοι στην αρχή, γρήγορα όλο και περισσότεροι. Μέχρι τα είκοσι τέσσερα, έβγαζα αρκετά ώστε να βοηθάω τους γονείς και να βάζω χρήματα στην άκρη. Δούλευα εξ' αποστάσεως. Ούτε γραφεία, ούτε ταμπέλες στην πόρτα. Λάπτοπ, το κινητό και το μυαλό μου - και λίγα λόγια. Τον Στέφανο Σακελλαρίου τον γνώρισα στην ονομαστική εορτή μιας κοινής φίλης. Εκείνος τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος, όμορφος με έναν σχεδόν δυσβάστακτο τρόπο, αλλά ταπεινός, προσγειωμένος, χωρίς εκείνη την αθηναϊκή έπαρση. Μιλούσε για βουνά, ποδήλατα, γελούσε ειλικρινά. Δεν ήξερα τότε ποιος ήταν. Το κατάλαβα μετά. Όταν πια είχε σημασία. Η οικογένεια των Σακελλαρίου ήταν οι "Σακελλαρίου Group", μια αλυσίδα βιομηχανικών εταιρειών από τη Θεσσαλία μέχρι την Αττική, μαζί και μια μεγάλη μεταφορική, η "Sakel Logistics". Όλα αυτά τα διηύθυνε ο Χρύσανθος Σακελλαρίου - ο πατέρας, επιβλητικός, με τα χέρια χοντρά και το βλέμμα που σε ζύγιζε σαν να διαβάζε εμπορεύματα. Η Άννα-Αργυρώ ασχολούνταν με το "όνομα της οικογένειας" κι έπραττε φιλανθρωπίες, μα κυρίως φρόντιζε το προφίλ της φαμίλιας. Κι αυτό απαιτούσε στάνταρτς. Εγώ δεν ήμουν το πρότυπο. Ο Στέφανος μου έκανε πρόταση μετά από εννιά μήνες, τέλη Μαρτίου, όταν στο ποτάμι φυσούσε ακόμα κρύο. Είπα "ναι" - και το εννοούσα, γιατί τον αγαπούσα και τη φρεσκάδα του, και το πως μπορούσε να σιωπά άνετα δίπλα μου. Από την οικογένεια του σκεφτόμουν ότι θα τα καταφέρω. Πάντα τα κατάφερνα. Ο γάμος έγινε τον Ιούνιο. Για τους Σακελλαρίου ήταν "μικρός": μόνο εκατόν είκοσι άτομα. Οι γονείς ήρθαν από την Ιτέα καλοντυμένοι, αλλά λίγο χαμένοι. Η μητέρα μου κράτησε άψογα, ο πατέρας μου ήπιε ελάχιστα, χαμογελούσε διαρκώς. Η Άννα-Αργυρώ τους χαιρέτησε μια φορά, στην αρχή, κι αυτό ήταν. Μετά το γάμο μετακόμισα στο σπίτι των Σακελλαρίου στην Κηφισιά. Ο Στέφανος είπε πως, μέχρι να αποκτήσουμε δικό μας σπίτι, είναι πιο λογικό να μείνουμε εκεί. Χώρος υπήρχε, οικιακή βοήθεια επίσης, η καθημερινότητα φαινόταν εύκολη. Δέχτηκα. Τότε πίστευα ακόμα πως όλο αυτό θα ήταν προσωρινό. Πέρασαν οκτώ μήνες. Στην κουβέντα ούτε λέξη για δικό μας σπίτι. Το σπίτι μεγάλο, με κολόνες, μεγάλες σκάλες - θεατρικές. Στο ισόγειο τα σαλόνια, η τραπεζαρία, το γραφείο του Χρύσανθου. Πάνω, τα υπνοδωμάτια. Το δικό μας με τον Στέφανο ήταν ήσυχο, αλλά σ' αυτό το σπίτι οι τοίχοι σου θυμίζουν ότι είσαι φιλοξενούμενος. Ιδιαίτερα όταν η οικοδέσποινα σε κοιτά έτσι, με τη ρόμπα και τον καφέ. Εκτός από τον Στέφανο, υπήρχαν άλλα δύο παιδιά. Ο μεγάλος, ο Πέτρος, στα τριάντα, δούλευε στην εταιρεία, ζούσε αλλού με τη γυναίκα του και το παιδί του - έρχονταν Κυριακές. Η μικρότερη, η Κάλλη, είκοσι δυο, φοιτήτρια, ζούσε στο σπίτι και με έβλεπε όπως ακριβώς και η μητέρα της - αλλά πιο ωμά. - Το κάνει επίτηδες, - έλεγε μια φορά στο τραπέζι η Κάλλη, νομίζοντας πως δε την ακούω, - για να φαίνεται ταπεινή. Επαρχιώτικο κόλπο. Ήμουν στο διάδρομο, με ένα δίσκο στο χέρι, και το άκουσα ξεκάθαρα. Έπιασα τη θέση μου, έβαλα το δίσκο, κάθισα. Ο Στέφανος έτρωγε τη σούπα του, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. Η ίδια ιστορία κάθε μέρα: σχόλια για το ντύσιμο, τις κινήσεις μου, πώς κρατώ το πιρούνι. Μια φορά η Άννα-Αργυρώ, μπροστά σε κόσμο, είπε "Ο Στεφανάκης πάντα ήτανε χρυσή καρδιά - μάζεψε και το κορίτσι από το χωριό". Καλοκάγαθα, δήθεν τρυφερά γι’ αυτόν - αλλά ήταν το πιο βαρετό πράγμα. Ο Στέφανος αμίλητος. Τότε σκέφτηκα: ίσως δε το κατάλαβε. Αργότερα αντιλήφθηκα πως κατάλαβε. Απλά δεν ήξερε τι να πει ή προτίμησε να σωπάσει. Καλό παιδί. Πραγματικά καλό. Η καλοσύνη του όμως έμοιαζε να απλώνεται σαν βερνίκι παντού, χωρίς να προστατεύει κανέναν συγκεκριμένα. Όταν προσπαθούσα να μιλήσω μαζί του για τους δικούς του, άκουγε, έγνεφε, έλεγε "έτσι είναι η μαμά, δεν το κάνει από κακία – δεν την ξέρεις". Και πράγματι, η Άννα-Αργυρώ δεν ήταν κακιά. Ήταν γυναίκα που έχτιζε τον δικό της κόσμο, και εγώ ήμουν αγκάθι σ’ αυτόν. Μικρό, αλλά αισθητό. Το ήξερα με τη λογική. Δε το έκανε όμως λιγότερο επίπονο. Τη δουλειά μου τη φύλαγα επιμελώς. Όχι από φόβο - απλά για λόγους τακτικής. Αν μάθαιναν ότι έβγαζα χρήματα ως δικηγόρος, θα ρώταγαν. Κι αυτά τα ερωτήματα θα άλλαζαν τη στάση τους. Κι εγώ ήθελα να τους βλέπω όπως ήταν όταν νόμιζαν ότι είμαι απλά ένα κορίτσι απ’ την επαρχία. Κάθε πρωί, όσο όλοι έτρωγαν και σχολίαζαν τα δικά τους, εγώ ανέβαινα σε ένα μικρό δωμάτιο που ήξερα εγώ ως "ντουλάπα" - κανείς δεν έμπαινε χωρίς να ζητήσω – άνοιγα το λάπτοπ και δούλευα για τρεις-τέσσερις ώρες τη μέρα. Πελάτες από όλη τη χώρα - από Λαμία μέχρι Βόλο. Τραβούσα διαμάχες, φορολογικά ζητήματα, αγωγές, ήμουν καλή. Με σύστηναν, με προτιμούσαν. Τα χρήματα έπεφταν σε λογαριασμό ανοικτό στο όνομά μου, από πριν το γάμο, σε μια μικρή τράπεζα, την "Πυξίδα". Ο Στέφανος ήξερε για τον λογαριασμό αλλά όχι το ύψος και την προέλευσή του. Το φθινόπωρο, στης οικογένειας τα πράγματα ήρθαν τα πάνω κάτω. Ήταν μια Πέμπτη, πρωί. Δεν είχα προλάβει καλά καλά να ανοίξω το λάπτοπ, όταν άκουσα φασαρία κάτω - όχι την καθημερινή βαβούρα, αλλά κάτι σκληρό, δήθεν επίσημο. Βγήκα στο χολ. Η Άννα-Αργυρώ, με νυχτικό, χέρια σφιγμένα στο στήθος, αγρυπνούσε τρομαγμένη. - Τι συμβαίνει; - ρώτησα. Δεν απάντησε. Έμοιαζε να μην ακούει. Κάτω, δύο άντρες με πολιτικά συνομιλούσαν με τον Χρύσανθο. Εκείνος στεκόταν ίσια αλλά κάτι στο σώμα του είχε ήδη λυγίσει. Κρατούσε ένα έγγραφο, το διάβαζε αργά, λες και οι λέξεις δεν είχαν νόημα. Βγήκε ο Στέφανος απ’ το υπνοδωμάτιο, πέρασε βιαστικός, έτρεξε κάτω. Τον άκουσα να ρωτάει κάτι ψιθυριστά - σύντομο διάλογο. Ο πατέρας του απάντησε κοφτά. Μετά, οι άντρες είπαν κάτι, κι ο Χρύσανθος άρχισε να ντύνεται επί τόπου. Κατέβηκα. Πήρα το χαρτί απ’ το χέρι του ενός. Δεν ρώτησα, το άρπαξα κανονικά - έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά εγώ ήδη διάβαζα. Διάταξη σύλληψης. Κατηγορία: απάτη σε μεγάλο μέγεθος, φοροδιαφυγή. Υπογραφή: αναπλ. εισαγγελέα Κηφισιάς. Ημερομηνία: χθες. - Παρακαλώ επιστρέψτε το, - είπε ο άντρας κι εγώ υπάκουσα. Στις 7:40 πήραν τον Χρύσανθο. Στις 10 ήξεραν όλοι πως τα εταιρικά accounts της "Sakel Logistics" παγώθηκαν με δικαστική διαταγή. Μεσημέρι ο Πέτρος τηλεφωνούσε απελπισμένος στην Άννα-Αργυρώ, ακουγόταν σε όλο το σαλόνι. Έβριζε, έλεγε για σκευωρία και ότι χρειάζεται δικηγόρο. - Θέλουμε δικηγόρο, - επανέλαβε η Άννα-Αργυρώ, ψάχνοντας νοήματα στις κουρτίνες. Καθόμουν στην πολυθρόνα στο παράθυρο, η Κάλλη έκλαιγε στον καναπέ, ο Στέφανος χάζευε το κινητό, μπερδεμένος. - Δεν χρειάζεστε απλά δικηγόρο, - είπα. Όλοι γύρισαν να με κοιτάξουν. Ακόμα κι η Κάλλη. - Συγγνώμη; - ψέλλισε η Άννα-Αργυρώ. - Θέλετε έναν που να ξέρει ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ δίκαιο ΚΑΙ εταιρική λογιστική. Είναι δύο διαφορετικές ειδικότητες. Ο μέσος ποινικολόγος δε θα βγάλει άκρη στα λογιστικά κι ο φορολόγος δε μιλάει με τους ανακριτές. Πρέπει να βρείτε κάποιον που τα πιάνει και τα δύο. - Αυτονόητο, - είπε ο Στέφανος. - Θα βάλουμε κάποιον. - Ή μπορώ να βοηθήσω εγώ, - πέταξα. Σιωπή. Μακρά, βαριά. - Εσύ; - Η Κάλλη σταμάτησε τα κλάματα. - Δεν είσαι νοικοκυρά; Την κοιτούσα ήσυχα. - Είμαι δικηγόρος. Ειδικεύομαι στο οικονομικό και εταιρικό δίκαιο. Δουλεύω εξ' αποστάσεως εδώ και τρία χρόνια. Έχω χειριστεί υποθέσεις σαν κι αυτή. Η σιωπή άλλαξε μορφή - δεν ήταν πια απορία, αλλά αναθεώρηση. Ο Στέφανος με κοίταζε έντονα, ένα ερώτημα στα μάτια που δεν μπορούσε να πει. - Γιατί δε μας το είπες; - ξεκίνησε. - Γιατί κανείς δεν ρώτησε, - απάντησα αχνά χαμογελαστός. Δεν ήταν όλη η αλήθεια. Αλλά δεν άξιζε τώρα να ψάξω σε άλλα βάθη. Η Άννα-Αργυρώ άφησε το φλιτζάνι της στο τραπέζι, με έναν ήχο τετελεσμένου. - Εντάξει, - είπε. - Τι χρειάζεσαι; Σηκώθηκα. - Πλήρη πρόσβαση στα λογιστικά των τριών τελευταίων ετών. Όλες τις συμβάσεις, όλες τις κινήσεις, τις εκθέσεις στην εφορία. Θέλω να μιλήσω στον λογιστή της εταιρίας, προσωπικά, σήμερα. - Αυτά είναι σοβαρά έγγραφα, - ψέλλισε η Άννα-Αργυρώ. Έμοιαζε να κοντρολάρει τον εαυτό της. - Το ξέρω. Για αυτό τα ζητάω. Ο Στέφανος έκανε βήμα μπρος. - Μαμά. Δώσ' της ό,τι ζητήσει. Με κοίταξε η Άννα-Αργυρώ επίμονα, σαν να με έβλεπε τώρα αλλιώς και δεν αποφάσισε αν της αρέσει. - Σου τα δίνω, - είπε τελικά. Η λογίστρια της "Sakel", η Δήμητρα Καραδήμα, ήρθε στις δύο το μεσημέρι. Καθίσαμε στο μεγάλο τραπέζι του γραφείου. Μείναμε εκεί τέσσερις ώρες, με στοίβες χαρτιά. Κανείς δεν μπήκε. Αυτό από μόνο του ήταν περίεργο: μέχρι χθες ούτε για το μενού με άκουγαν. Στην αρχή, η Δ. Καραδήμα ήταν επιφυλακτική. Μετά από λίγες στοχευμένες ερωτήσεις, χαλάρωσε. Οι επαγγελματίες το καταλαβαίνουν αν έχουν απέναντί τους "δικό τους". - Εδώ, - μου δείχνει μια λίστα κινήσεων. - Ιούλη με Αύγουστο ούτε εγώ κατάλαβα τι ήταν. Ο Χρύσανθος μου το πούλησε ως εσωτερικές μεταφορές με εταιρεία θυγατρική. Το πέρασα. - Η υπογραφή στα εντάλματα; - Δική του... ή τέλος πάντων έτσι φαίνεται. Δεν έκανα ποτέ έλεγχο γνησιότητας - γιατί να το κάνω άλλωστε; - Δεν χρειάζεται. Αλλά τώρα είναι το θέμα: πράγματι υπέγραψε; Με κοίταξε ανήσυχα. - Τι υποψιάζεσαι; - Μόνο ψάχνω δεδομένα. Ως το βράδυ είχα έναν πρώτο χάρτη. Όχι πλήρη, αλλά αρκετό: κάτι παράξενο με εταιρείες φαντάσματα. Ποσά τον Ιούλιο και Αύγουστο έφυγαν μέσω της "ΤεχνοΝέτ", μιας οντότητας που ιδρύθηκε άρον-άρον την άνοιξη. Ο μοναδικός ιδιοκτήτης: ο Ανέστης Πιστιόλας, που αλλού δεν φαινόταν. Το ’χα ξαναδεί το μοτίβο - τρύπα μίας χρήσης. Κάποιος πέρασε τα λεφτά, έκλεισε τη μαϊμού εταιρεία, τα χαρτιά φαίνονται "νόμιμα" κι όλα διοχετεύτηκαν σαν να ήταν απόφαση του Χρύσανθου. Ερώτηση: "Ποιος;" Το βράδυ, στο τραπέζι, αφού φάγαμε όλοι αμίλητοι, τα κατέθεσα όλα. - Πιθανότατα ο Χρύσανθος δεν υπέγραψε μόνος του τα εντάλματα. Ή υπέγραψε χωρίς να ξέρει. Χρειάζονται γραφολογική ανάλυση και να βρεθεί ποιος ελέγχει την "ΤεχνοΝέτ". - Πώς θα το βρούμε αυτό; - ο Πέτρος, που εν τω μεταξύ είχε έρθει, μιλούσε γρήγορα, με κοφτή φωνή και το βλέμμα χαμένο. - Από το φορολογικό ιστορικό της εταιρείας. Κινήσεις λογαριασμών, email logs - να δούμε ποιοι είχαν πρόσβαση στην ηλεκτρονική υπογραφή του διευθυντή. - Ηλεκτρονική; - σκούφωσε ο Πέτρος. - Ναι. Αν πήγε ψηφιακά, ελέγχουμε το log. Θα μιλήσω με το διαχειριστή του συστήματος. - Ο Παναγιώτης, - είπε ο Στέφανος. - Κανονίστε τον αύριο το πρωί. Ο Στέφανος έγνεψε και με κοίταξε - ήρεμα, διαφορετικά. Εκείνο το βλέμμα που δεν περιγράφεται: όχι συγγνώμη, ούτε θαυμασμός - κάτι σαν αργοπορημένη αναγνώριση. Η Άννα-Αργυρώ δεν είπε άλλη λέξη. Όταν σηκώθηκα να γεμίσω νερό, μόνο ψιθύρισε δίπλα στην Κάλλη: - Είναι έξυπνη. Όχι ως έπαινος. Ως αλλαγή δεδομένων. Τις επόμενες μέρες βούτηξα στη δουλειά όπως πάντα - σιωπηλά, συστηματικά, χωρίς φανφάρες. Πρωινά διαπραγματεύσεις, μεσημέρια χαρτιά, βράδυ ανάλυση. Επικοινώνησα με δυο συναδέλφους: το Μάνο Φωτάκη, ειδικό στα φορολογικά από Βόλο, και τη Σοφία Πλατή, παλιά κολλητή από τα φοιτητικά, έμπειρη πια στη διαιτησία. Και οι δυο είπαν "μέσα!" - Σακελλαρίου; Το Sakel Logistics; - άφωνη η Σοφία. - Ναι. - Και μένεις εκεί; - Μένω. - Θέλω όλο το στόρι, Δήμητρα. - Θα το πούμε. Ο Παναγιώτης, ο IT, έφερε τα logs της ψηφιακής υπογραφής. Τα μελετήσαμε με τον Φωτάκη εξ αποστάσεως. Το αυτονόητο: τις ημέρες των ύποπτων κινήσεων, ο Χρύσανθος ήταν εκτός Αθηνών. Κάποιος μπήκε στο γραφείο του, υπέγραψε ως εκείνον. - Άρα, κάποιος με φυσικό access στον υπολογιστή, - είπε ο Φωτάκης. - Ακριβώς. Ποιος είχε; - Να το δω στις κάρτες εισόδου, είπε ο Παναγιώτης. Δύο άτομα: η κυρία που καθάριζε, το πρωί. Ο δεύτερος, ο Δημήτρης Παυλίδης, αναπληρωτής οικονομικός διευθυντής: μπήκε στις 11:40, βγήκε μετά 20 λεπτά. Οι αναθέσεις υπεγράφησαν στις 11:48. - Παυλίδης, - είπα. Ο Παναγιώτης ανοιγόκλεισε τα μάτια. - Πέντε χρόνια στη εταιρεία. Ο Χρύσανθος του’ χε τυφλή εμπιστοσύνη. - Το καταλαβαίνω. Μετά χρειαζόταν προσοχή. Δεν παρουσιάζεις τον ένοχο έτοιμο. Θέλεις αποδείξεις καραμπινάτες. Μαζί με το Φωτάκη και τη Σοφία, στείλαμε αιτήματα στην Εφορία για την "ΤεχνοΝέτ", ζητήσαμε γραφολογική ανάλυση για τις υπογραφές. Η εξέταση βγήκε: 2/4 επίμαχων υπογραφών "πιθανότατα πλαστές". - Προχωράμε, - είπε η Σοφία. - Ο ανακριτής όμως θα πει "και δώσ' μου ντοκουμέντα για τα λεφτά". - Τα λεφτά πήγαν στον Πιστιόλα. Ο οποίος είναι ποιος; - ρώτησα. - Ο ανιψιός του Παυλίδη, - έφερε απάντηση ο Μάνος, μέσω επόμενου αιτήματος από το δικηγόρο. Μεταξύ τους τηλεφωνήματα σε ώρες που συνέπιπταν με τις αμφισβητούμενες εντολές. Ο Πιστιόλας, με τα λεφτά, αγόρασε σπίτι. Τρεις καταθέσεις από ιδιωτικό λογαριασμό στον ίδιο τον Παυλίδη - συνολικά το ένα τρίτο των ποσών. Η Σοφία έκανε αίτηση να αρθεί το τραπεζικό απόρρητο. Τέσσερις μέρες αργότερα, ήρθε απάντηση: όλα τα εμβάσματα από τον Πιστιόλα, εντός του διαστήματος. Όλη η αλυσίδα στο φως: Ο Παυλίδης έστησε τα εικονικά, τα λεφτά έφυγαν στον ανιψιό του που “επέστρεψε” το μερίδιο. Συνέταξα αναλυτική έκθεση 23 σελίδων. Η Σοφία τη πήγε στον δικηγόρο του Χρύσανθου, τον Βαγγέλη Αντωνίου. - Μάλλον σε υποτίμησα, - είπε στο τηλέφωνο, αφού τη διάβασε. - Σας ευχαριστώ, - του απάντησα. - Θα τα πάω άμεσα στον ανακριτή. Με την κατάθεση, αίτημα για αλλαγή περιοριστικών, δίωξη για τον Παυλίδη. Τον καλεί ο ερευνητής για κατάθεση, Παρασκευή πρωί κρατείται. Δυο βδομάδες μετά, ο Χρύσανθος σπίτι του ξανά. Εκείνο το βράδυ, πρώτη φορά μετά από καιρό καθίσαμε οικογενειακά. Ο πατέρας ξανά στην κεφαλή του τραπεζιού, ταλαιπωρημένος αλλά όρθιος. Η Άννα-Αργυρώ σέρβιρε κρασί απ’ το καλό, ο Πέτρος έκανε πρόποση "στην οικογένεια", η Κάλλη ήπιε σιωπηλή. Ο Χρύσανθος με κοίταξε. - Έκανες το αδύνατο, - είπε. - Το δυνατό έκανα - ήρεμα. Θέλει υπομονή και μέθοδο. - Δεν ήξερα πως είσαι... - κομπίασε. - Νομικός, - είπα εγώ. - Ναι, νομικός. Η Άννα-Αργυρώ σήκωσε το ποτήρι της και με κοίταξε αλλιώς. Όχι ζεστά, όχι ακόμα, αλλά με έναν σεβασμό που μοιάζει να γεννιέται χωρίς συμπάθεια, από σκέτη αναγνώριση του αποτελέσματος. - Σου το χρωστάμε, - είπε. Έκανα ένα νεύμα, ήπια λίγο κρασί. Ήταν πράγματι καλό. Αλλά εκείνη τη νύχτα, ξαπλωμένος δίπλα στον Στέφανο, ακούγοντας την ανάσα του, σκεφτόμουν όχι το παρελθόν, μα τι συμβαίνει τώρα. Είχε αλλάξει κάτι - όμως όχι όπως έπρεπε. Τώρα με έβλεπαν σαν έναν χρήσιμο πόρο, όχι σαν τον άνθρωπο που επί οκτώ μήνες στάθηκα δίπλα τους χωρίς ούτε σεβασμό ούτε απλή ευγένεια. Θυμήθηκα τη μητέρα μου, που έλεγε πάντα: "Δήμητρα, είσαι ικανός να τα κάνεις όλα μόνη. Μα να θυμάσαι πως έχεις δικαίωμα κάποιος να κάνει κάτι και για σένα". Τότε το ΄λεγε αλλιώς. Μα τώρα ταιριάζει ακόμα καλύτερα. Την επομένη, όταν ο Χρύσανθος και ο Πέτρος έφυγαν νωρίς για τον κύριο Αντωνίου κι ο Στέφανος είχε πάει δουλειά, μπήκε η Άννα-Αργυρώ στο "ντουλάπι". Πρώτη φορά σε οκτώ μήνες. - Σε ενοχλώ; - ρώτησε. - Όχι, - απάντησα. Κάθισε στην πολυθρόνα που καθόταν ο Στέφανος μια νύχτα πριν. Κοίταξε γύρω - της έκανε εντύπωση. Βιβλία νομικής, χαρτιά, σημειωματάρια. - Εδώ δούλευες πάντα, - συμπέρανε. - Ναι. - Κι εγώ το έλεγα ντουλάπα. - Δεν το ξέρατε. Σιωπή. - Δήμητρα, θέλω να ξέρεις... ό,τι έκανες για εμάς... - Κυρία Άννα-Αργυρώ, - τη διέκοψα ήρεμα, - μπορώ να πω κάτι; Έγνεψε. - Χάρηκα που μπόρεσα να βοηθήσω. Αλήθεια. Όχι επειδή αισθάνομαι ότι μου χρωστάτε πλέον κάτι. Αλλά γιατί δεν αντέχω την αδικία. Θέλω όμως να ξέρετε: το ότι βοήθησα δεν αλλάζει ό,τι είχε συμβεί πριν. - Δηλαδή; - Ο τρόπος που μιλούσατε για μένα στους επισκέπτες. Η "κοπέλα απ’ την επαρχία". Τα σχόλια της Κάλλης, εσείς τα ακούγατε. Οχτώ μήνες. Η Άννα-Αργυρώ δεν απέφυγε το βλέμμα μου. Κι αυτό το μέτρησα. - Καταλαβαίνω πια, - είπε χαμηλόφωνα. - Καλό είναι αυτό. - Δεν ήξερα πως πονάει έτσι. Είχα το νου μου στη φήμη ενόψει του γάμου, στην οικογένεια. - Το ήξερα. Για αυτό κράτησα τα δικά μου. Ήθελα να δω πώς συμπεριφέρεστε σε έναν που δεν γνωρίζετε. Τώρα ξέρω. Σηκώθηκε, έμεινε μια στιγμή στην πόρτα. - Θα φύγεις, - διαπίστωσε. - Το σκέφτομαι. Έφυγε. Κοίταξα από το παράθυρο στο προσεγμένο γκαζόν, τα αυτόματα ποτιστικά ζωγράφιζαν καμπύλες με το νερό. Το σκεφτόμουν μέρες. Όχι για το αν φτάνω οικονομικά ή πού θα μείνω - αυτά τα 'χα λυμένα. Το ερώτημα ήταν αλλού. Αγαπούσα τον Στέφανο, αυτό δεν άλλαξε, αλλά είχα αρχίσει να καταλαβαίνω ότι η αγάπη δεν αρκεί αν ζεις με κάποιον που οκτώ μήνες διάλεγε τη σιωπή αντί για τα λόγια σου. Καλός άνθρωπος - ναι. Μα κάποιος που πάντα θα βάζει την οικογένεια πάνω από τη γυναίκα. Κάποτε, ο αγαπημένος φίλος και καθηγητής μου, ο Βαρλάμης, μάς είχε πει: "Η πιο δύσκολη συμφωνία δεν είναι εκείνη που δεν καταλαβαίνεις. Είναι εκείνη που ξέρεις πως ο άλλος δε θα τηρήσει έτσι κι αλλιώς". Μιλούσε για συμβόλαια. Μα ισχύει και αλλού. Γάμοι έχουν σιωπηρές συμφωνίες. Ο ένας τα θεωρεί αυτονόητα, ο άλλος σωπαίνει και σηκώνει τα πάντα. Η συζήτηση με τον Στέφανο έγινε Παρασκευή βράδυ. Δεν διαλέχτηκε η μέρα. Ήρθε σπίτι νωρίτερα, μπήκε στην ντουλάπα χωρίς άδεια, πρώτη φορά. - Μου είπε η μαμά ότι θα φύγεις, - είπε από την πόρτα. Άφησα το μολύβι. - Το σκέφτομαι. Στάθηκε μπροστά μου. - Εξαιτίας μου; - Εξαιτίας μας. Υπάρχει διαφορά. - Εξήγησέ το. Σώπασα, ύστερα διατύπωσα ό,τι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα: - Όταν η μητέρα σου είπε μπροστά σε κόσμο "ο Στεφανάκης μάζεψε το κορίτσι απ’ το χωριό", είπες κάτι; - Όχι. - Όταν η Κάλλη με ειρωνεύτηκε, αντέδρασες; - Όχι. - Όταν δεν με φώναξαν ποτέ στις συζητήσεις για τις δουλειές και καθόμουν εκεί, το πρόσεξες; Κατάπιε δύσκολα. - Το είδα. - Τότε τι να σου εξηγήσω; Κάθισε στο περβάζι. Ήταν ήδη σκοτεινά έξω, τα φώτα του κήπου κίτρινα και θαμπά. Κοίταζε σωπαίνοντας. - Φοβόμουν να τους πληγώσω, - είπε. - Το ξέρω. - Η μαμά πάντα... - Στέφανε, δεν σε μαλώνω. Απλά κατάλαβα κάτι. Αν πάντα πρέπει να διαλέγεις ανάμεσα στο να προστατέψεις εμένα και στο να τους μην τους ενοχλήσεις, θα επιλέγεις αυτούς. Δεν το κατακρίνω. Έτσι είσαι. - Μπορώ να αλλάξω. - Ίσως. Εγώ δεν θέλω να περιμένω. - Πού θα πας; - Θα νοικιάσω διαμέρισμα, θα δουλεύω. Όπως πάντα. - Μόνη; - Μόνη. Το βλέμμα του έκρυβε πολλά που δεν ήθελα να αναλύσω. Ίσως λύπηση, ίσως αργοπορημένο συναίσθημα. Δεν ήξερα. Δεν είχα πια ανάγκη να μάθω. - Διαζύγιο; - Θα κάνω τα χαρτιά σε ένα μήνα. Δε βιάζομαι. Έγνεψε. Και ψιθυριστά, για τον εαυτό του περισσότερο: - Σ’ αγαπάω. Τον κοίταξα μερικά δευτερόλεπτα. - Το ξέρω, Στέφανε. Το επόμενο πρωί μάζεψα δυο βαλίτσες. Μόνο ότι ήταν δικό μου: ρούχα, βιβλία, λάπτοπ, μερικά απλά αντικείμενα - και τη πορσελάνινη κούπα με τα γαλάζια πουά που κουβάλησα από την Ιτέα. Τα υπόλοιπα τα είχα πάρει εδώ πια, γι’ αυτή τη ζωή - δεν ήθελα να τα πάρω μαζί. Κατεβαίνοντας, βρήκα την Άννα-Αργυρώ μόνη στο χολ. Οι άλλοι λες και απέφευγαν. Κοίταξε τις βαλίτσες, μετά εμένα. - Είσαι σίγουρη; - Ναι. Έγνεψε αργά. - Δε θα σου πω ότι σε υποτιμήσαμε. Έχεις δίκιο: σε υποτιμήσαμε. Είχα μάθει να βάζω τον καθένα στο ρόλο του. - Το καταλαβαίνω. - Δεν ταίριαξες σε αυτά που φανταζόμουν. - Το ξέρω. - Μα ήσουν ανώτερη από αυτό που φαντάστηκα. Κοντοστάθηκε. Χωρίς αμηχανία, απλώς σιωπή που αφέθηκε. - Κυρία Άννα-Αργυρώ, - είπα τελικά, - δε φεύγω από θυμό. Φεύγω γιατί κατάλαβα πως θέλω να ζω εκεί όπου δε χρειάζομαι σωτηρία για να με προσέξουν. Δεν το λέω ως κατηγορία. Είναι απλά μια καινούρια αλήθεια για τον εαυτό μου. Η πεθερά με κοίταξε απρόσμενα ολόψυχα. - Καλή συνέχεια, Δήμητρα, - είπε. - Επίσης. Πήρα τις βαλίτσες, βγήκα στο δρόμο. Το ταξί περίμενε. Το πρωινό μύριζε βρεγμένο χώμα κι ελαφριά ομίχλη - πάντα εκείνο το άρωμα μου θύμιζε Ιτέα και το μπαμπά με τις γαλότσες. Έβαλα τις βαλίτσες στο πορτ-μπαγκάζ, άνοιξα την πίσω πόρτα κι έριξα μια τελευταία ματιά. Το σπίτι στην Κηφισιά στο φως του πρωινού, με το μαύρο κάγκελο, το γρασίδι, το ποτιστικό. Ωραίο σπίτι. Τελείως ξένο. Άνοιξα την πόρτα. - Πού πηγαίνουμε; - ρώτησε ο οδηγός. - Οδός Καραγατση, αρ. 7. - Είχα νοικιάσει διαμερισματάκι πριν τρεις μέρες. Μικρό, τέταρτος όροφος, με θέα σε αυλή, σκάλα ξύλινη που έτριζε στη μέση. Από την πρώτη στιγμή που την είδα σκέφτηκα: "Αυτό ανήκει σε κάποιον σαν εμένα". Το αμάξι εκκίνησε. Πέρασαν τα κάγκελα, η λεωφόρος, τα πεύκα και το μακρύ ανοιξιάτικο περιθώριο της εθνικής. Το κινητό δόνησε. Μήνυμα από το Μάνο: «Υπόθεση Σακελλαρίου: o ανακριτής επίσημα κατηγορεί Παυλίδη. Μπράβο σου». Το… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️ 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences