15 Ιουνίου Κοιτάζω από το παράθυρο του σαλονιού, καθισμένος στο περβάζι. Περιμένω τον μπαμπά να γυρίσει από τη δουλειά, χαμένος στις σκέψεις μου. Ήδη δύο χρόνια έχουν περάσει από τότε που η μαμά...
25#
Πλήρες Κείμενο:
15 Ιουνίου Κοιτάζω από το παράθυρο του σαλονιού, καθισμένος στο περβάζι. Περιμένω τον μπαμπά να γυρίσει από τη δουλειά, χαμένος στις σκέψεις μου. Ήδη δύο χρόνια έχουν περάσει από τότε που η μαμά έφυγε από τη ζωή μας και ξεκίνησε αλλού από την αρχή. "Έφτιαξε νέα οικογένεια," είχε πει με λύπη ο μπαμπάς σε μια κουβέντα μας. Γιατί με άφησε; Ποιος να ξέρει... Πλέον, αρχίζω και τη λησμονώ, το παραδέχομαι. Είμαστε μόνοι με τον μπαμπά και τα έχει δώσει όλα για μένα. Είμαι πια δέκα χρονών και καταλαβαίνω αρκετά. Δεν μου κρύβει πολλά, ξέρει ότι πιάνω τα πάντα. Έχω μάθει να πλένω τα πιάτα, να συμμαζεύω το δωμάτιό μου, τα παιχνίδια δεν με ενδιαφέρουν όπως παλιά. Νιώθω πια σχεδόν άντρας. Αλλά μέσα μου κυριαρχεί μια τρομερή μοναξιά. Πόσο θα ήθελα να έχω ένα σκυλάκι! Το ζήτησα από τον μπαμπά, αλλά μου το αρνήθηκε: — Ποιος θα το φροντίζει, Ιάσονα; Δουλεύω ασταμάτητα, εσύ είσαι μικρός ακόμα, σχολείο... Δεν προλαβαίνουμε. Αντί για σκύλο λοιπόν, μια μέρα ο μπαμπάς έφερε στο σπίτι μια γυναίκα. Την λένε Ειρήνη. Άρχισε να μένει μαζί μας. Εγώ σχεδόν δεν της μιλούσα — τη θεωρούσα ξένη, εντελώς περιττή στην καθημερινότητά μας. Ο μπαμπάς όμως την έλεγε “σύζυγό του” και ήθελε εγώ να τη βλέπω σαν δεύτερη μάνα. Δεν τη χρειάζομαι, του απάντησα, αρκετά αυστηρά. Άσχημο ίσως, μα έτσι το ένιωθα. Παρ' όλα αυτά, ο μπαμπάς έδειχνε ευτυχισμένος στο πλευρό της. Τη φρόντιζε, γελούσαν μαζί, αγκαλιάζονταν συχνά… Εγώ όμως ένιωθα ακόμα πίκρα, μια αδιόρατη θλίψη να με πνίγει. — Μπαμπά, θέλω να φύγει, του είπα μια μέρα. — Ιάσονα, εγώ θέλω να μείνει. Δεν αντέχεται το σπίτι χωρίς γυναικεία παρουσία — χωρίς σύζυγο και μητέρα, μου απάντησε με ήρεμη φωνή. Καλοκαίριασε, έτρεχα στη γειτονιά με τα παιδιά. Μου ψιθύρισαν πως ο μπαμπάς και η καινούρια “μαμά” μου ετοίμαζαν να με στείλουν σε ορφανοτροφείο. Φρίκαρα! Και γιατί να μη με έδιωχναν; Μήπως ήθελαν δικό τους παιδί και τους ενοχλούσα; Έτσι, άρχισα να ετοιμάζω το μυαλό μου για το χειρότερο. Κάποια λόγια που άκουσα τυχαία ήρθαν και στόμα μου πάγωσε: «Εκεί θα είναι καλά, πρέπει να τον στείλουμε». Για ‘μένα αυτό ήταν το τέλος. Ξενύχτησα, αναστατωμένος, αποφασισμένος να απαλλαγώ από την Ειρήνη. Της έκανα μικρές ζαβολιές: έριξα πολύ αλάτι στον τσάι της, άφησα το μάτι της κουζίνας ανοιχτό κάτω από άδεια κατσαρόλα, της μίλησα άσχημα. Εκείνη υποψιάστηκε ότι ήμουν η αιτία και μια μέρα μου ζήτησε να καθίσουμε να μιλήσουμε. — Θέλω να σου μιλήσω, Ιάσονα. Καταλαβαίνω πως είσαι θυμωμένος, μου είπε ήρεμα. — Δεν έχω τίποτα, απάντησα απότομα, ψάχνοντας να φύγω. — Ιάσονα, δεν θέλω ποτέ να σε πληγώσω, αγοράκι μου... Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε: — Νοικιάσαμε ένα εξοχικό για το καλοκαίρι. Θέλαμε να σου κάνουμε έκπληξη, αλλά νομίζω ήρθε η ώρα να σου τα πούμε όλα: Ο μπαμπάς βρήκε ένα κουταβάκι, σήμερα θα πάμε να το πάρουμε. Θες να έρθεις μαζί μας; — Δεν λες… 📖 Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια 👇👇 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους