[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΔΡΑΓΑΤΣΑΝΙ - 7 Ιουνίου 1821 Ανέκαθεν οι ηρωικές πράξεις αλλά και οι λάθος αποφάσεις, όπως και οι προδότες και οι λιποτάκτες έκριναν την πορεία της ιστορίας . Έτσι και στο Δραγασάνι, μια λάθος απόφαση...

25#

Πλήρες Κείμενο:

ΔΡΑΓΑΤΣΑΝΙ - 7 Ιουνίου 1821 Ανέκαθεν οι ηρωικές πράξεις αλλά και οι λάθος αποφάσεις, όπως και οι προδότες και οι λιποτάκτες έκριναν την πορεία της ιστορίας . Έτσι και στο Δραγασάνι, μια λάθος απόφαση αλλά και κιοτήδες έπαιξαν τον ρόλο τους και έτσι γράφτηκε με χρυσά γράμματα η θυσία του Ιερού Λόχου. Προς τη συμφορά Στις 25 του Μάη τ’ ασκέρι του Χατζή Καρά Αχμέτ εφέντη ξεκινάει από το Βουκουρέστι και στις 27 η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων έφτασε στο μοναστήρι του Νοτσέτου, τέσσερεις ώρες από το Τιργοβίστι, που το κράταγαν οι δικοί μας. Αντιβγήκαν θαρρετά στους εχθρούς. Ο Γιαννάκης Κολοκοτρώνης , που ήταν εκεί σιμά στρατοπεδευμένος, σαν άκουσε το βρόντο των ντουφεκιών έτρεξε να βοηθήσει τους κλεισμένους. Οι Τούρκοι, λιγοστοί, πισωδρόμησαν. Προβλέποντας ο Γιαννάκης Κολοκοτρώνης πως θα ξαναγύριζαν με μεγαλύτερες δυνάμεις, στέλνει αγγελιοφόρο στο Τιργοβίστι γυρεύοντας βοήθεια. Ο Υψηλάντης τότε προστάζει τον Ορφανό , τον πρώην ταγματάρχη του ρωσικού στρατού Δούκα, καθώς και τον γενναίο Σέρβο αρχιμανδρίτη που με κάμποσους συμπατριώτες του ήρθε να πολεμήσει τον Τούρκο, να τρέξουν να βοηθήσουν τους κλεισμένους στο μοναστήρι. Ο Δούκας, όταν πήρε τη διαταγή του Υψηλάντη, συγκέντρωσε το σώμα του και θεατρικά φώναξε: «Πάμε, αδέρφια, με τιμή να πεθάνουμε!» Που να ξεραν όσοι τον ακολούθησαν... Την άλλη μέρα οι Τούρκοι ρίξανε σημαντικό ασκέρι να πατήσει το μοναστήρι. Όσοι το κράταγαν, με κεφαλές τον Σαχίνη και τον Σφήκα, αποφασιστικά αντιβγήκαν. Πολέμησαν όμοια παλικαρίσια και οι απ’ έξω· ο Ορφανός, ο Κολοκοτρώνης κι ο Σέρβος αρχιμανδρίτης. Ξεμπρόστιασαν τους Τούρκους κυνηγώντας τους πέρα από το Δομνέστι. Ένας μονάχα δε φαινόταν πουθενά· ο Δούκας που λιγοψύχησε , παράτησε τους υπόλοιπους και γύρισε στο Τιργοβίστι. Σαν έφθασε ο δειλός αυτός άνθρωπος στο Τιργοβίστι, για να δικαιολογήσει την ανανδρία του, είπε πως ήταν ο μόνος που σώθηκε από το στρατό που πολέμησε στο μοναστήρι του Νοτσέτου. Τη νίκη των δικών μας την παράστησε για όλεθρο. Και τότε ξέσπασε στο Τιργοβίστι ο πανικός. Τη νύχτα, 28 με 29 του Μάη, παρατώντας τις αποθήκες γεμάτες τρόφιμα, μπαρούτια, μολύβια και χιλιάδες ζώα φύγανε κατά το Λουτσένι. Πολλοί σκόρπισαν και χάθηκαν μέσα στα δάση, αν και κανείς δεν τους κυνηγούσε. Περνώντας, στην ξέφρενη φυγή τους, το πλημμυρισμένο ποτάμι Δουμποβίστα, χάσανε και τα λίγα εφόδια που είχαν πάρει μαζί τους. Και το χειρότερο, ο Σάββας Καμινάρης έβγαλε τη μάσκα που φορούσε και φανέρωσε το αληθινό του πρόσωπο· του προδότη. Πήγε στον Κεχαγιάμπεη, προσκύνησε και του έταξε να πιάσει ο ίδιος τον Υψηλάντη. Έχοντας μαζί του τον Αυστριακό πράχτορα Ουντρίσκι, τους χίλιους καβαλάρηδες του, καθώς και τον Ταχίρ αγά από τα Γιάννενα με άλλες δυο χιλιάδες ιππικό, χύμηξε σα δαίμονας πίσω από το στρατό του Υψηλάντη και πρόλαβε την οπισθοφυλακή του την ώρα που πέρναγε το ποτάμι. Εξήντα δικοί μας στη βία τους να διαβούν πνίγηκαν και είκοσι έπιασε ζωντανούς ο καταραμένος. Τους έκοψε τα κεφάλια και «τὰ κατέθεσεν, ὑπὸ τοὺς πόδας τοῦ κεχαγιᾶ μπέη». Όσο για τον Δούκα, αυτός προτίμησε να λιποταχτήσει. Πέρασε τα σύνορα και μπήκε στην Αυστρία. Ο στρατός του Υψηλάντη κατάφερε να φτάσει με την ψυχή στο Πιτέστι , πέρασε τον ποταμό Αλούτα και στρατοπέδευσε στο Ρίμνικο της Μικρής Βλαχίας. Εκεί οι δικοί μας βλέπουν έκπληκτοι να φτάνουν με τα παλικάρια τους ο Κολοκοτρώνης, ο Ορφανός κι ο Σέρβος αρχιμανδρίτης, που τους είχανε ξεγράψει έπειτα απ’ όσα ανιστόρησε ο τρομοκρατημένος Δούκας. «Οι δρόμοι του Ρίμνικου αντηχούσαν από τα πατριωτικά τραγούδια τους. Μ’ αυτά τα γενναία μα δυστυχισμένα νιάτα προετοιμάζονταν χαρούμενα για ένα βέβαιο, αλίμονο, θάνατο!» Δραγασάνι Το θανάσιμο χτύπημα στον επαναστατικό στρατό δε θα δοθεί όμως από τις τούρκικες δυνάμεις που πήρανε το Βουκουρέστι και κυνήγησαν τον Υψηλάντη πέρα από το Τιργοβίστι, αλλά από εκείνες του Ντερβίς πασά του Βιντινιού. Στις αρχές του Μάη, τούρκικο ασκέρι από τέσσερεις χιλιάδες πεζούρα και χίλιους πεντακόσιους καβαλάρηδες, με σερασκέρη τον Καρά Φεήζ, πέρασε το Δούναβη και μπήκε στη Μικρή Βλαχία. Αφού πήρε δίχως μάχη την Κραϊόβα τράβηξε προς τον ποταμό Αλούτα βρίσκοντας τοπικές μονάχα μικροαντιστάσεις και στα τέλη του Μάη 2.600 πεζοί από το στράτευμα του Καρά Φεήζ πιάσανε, στο μπάσιμο κοιλάδας στους πρόποδες των Καρπαθίων, τέσσερα μοναστήρια, που το ένα από τ’ άλλο βρίσκονταν σ’ απόσταση μισής ώρας δρόμου. Σύγκαιρα οχτακόσιοι καβαλάρηδες μπήκανε σ’ ένα μικρό σιμά στο ποτάμι χωριό, που θα μείνει πασίγνωστο από τότε στις γενεές των Ελλήνων· το Δραγασάνι. Ο στρατός του Υψηλάντη στο Ρίμνικο ανέβαινε σε πέντε χιλιάδες πεζούς και δυο χιλιάδες πεντακόσιους καβαλάρηδες. Είχανε και τέσσερα μικρά κανόνια, ενώ οι Τούρκοι του Καρά Φεήζ δε σέρνανε κανένα. Η δύναμη δηλαδή των επαναστατών σημαντικά ξεπέρναγε εκείνη του τούρκικου ασκεριού, που είχε στρατοπεδέψει στο Δραγασάνι. Λογάριασε, λοιπόν, ο Υψηλάντης πως του δινόταν μια μοναδική ευκαιρία να χτυπήσει τούτο το σχετικά αδύναμο σώμα του εχθρού, πριν έρθει σε σύγκρουση με τον κύριο όγκο του στρατού του. Στις 3, λοιπόν, του Ιούνη ο Ολύμπιος, ο Νικόλαος Υψηλάντης με τον Ιερό Λόχο κι ο Βασίλης Καραβιάς μ’ οχτακόσιους καβαλάρηδες παράτησαν το Ρίμνικο και προχώρησαν κατά το Δραγασάνι. Έπειτα από δυο μέρες κίνησε κι ο Υψηλάντης με το υπόλοιπο στράτευμα. Το πεζικό ήταν κάτω από τις προσταγές του Ορφανού και του Κολοκοτρώνη και οι Ουλάνοι και οι Κοζάκοι, του Πολωνού συνταγματάρχη Γαρνόφσκη. Στ’ αναμεταξύ πιάσανε δυνατές βροχές κι έτσι μονάχα στις 6 του Ιούνη τα διάφορα σώματα άρχισαν, το ένα πίσω από τ’ άλλο, να σιμώνουν το Δραγασάνι. Ο Γιωργάκης Ολύμπιος στρατοπέδεψε στα ριζά του βουνού κι ο Ιερός Λόχος κι ο Καραβιάς τάχθηκαν μπροστά απ’ αυτόν, στο φρύδι μιας χαράδρας. Ο Υψηλάντης στάθηκε σ’ ένα μικρό χωριό τρεις ώρες δρόμο πίσω από τους πρώτους. Διάταξε, καθώς η μάχη θα ήταν κρίσιμη, να μην κινηθεί κανείς ενάντια στον εχθρό, πριν δώσει ο ίδιος το σύνθημα. Ξημέρωσε η Τρίτη 7 του Ιούνη 1821. Ο Καρά Φεήζ, βλέποντας ξάφνου τόσο στράτευμα μπροστά του, αρχίζει με μεγάλη βία να ταμπουρώνεται στο Δραγασάνι. Και για να ξανοίξει «το πεδίο βολής» βάζει και καίνε μερικά σπίτια που τον εμπόδιζαν. Και τότε, ήτανε γύρω στις 10 το πρωί, ακολούθησε το περιστατικό που οδήγησε στη συμφορά. Ο Καραβιάς δε φτάνει που ήταν ελαφρόμυαλος, βρέθηκε κιόλας, καθώς του πολυάρεσε το πιοτό, μεθυσμένος. Βλέποντας, λοιπόν, τους Τούρκους να καίνε τα σπίτια του χωριού, λογάριασε πως ετοιμάζονταν να φύγουν. Προστάζει σύναξη της καβαλαρίας του και παίρνει την απόφαση να τους χτυπήσει, μη χάσει την ευκαιρία να δοξαστεί. Ο Ολύμπιος έλειπε. Είχε πάει πίσω στο πόστο του Αλέξανδρου Υψηλάντη να συνεννοηθεί μαζί του για το πώς και πότε θα γινόταν η επίθεση. Μάταια ο Νικόλαος Υψηλάντης, βλέποντας το παράτολμο κίνημα του Καραβιά, γυρεύει να τον συγκρατήσει. Του θυμίζει τη διαταγή του αρχηγού να μην κινηθεί κανείς χωρίς την προσταγή του και δείχνοντάς του τη γη, που εξαιτίας των βροχών είχε λασπώσει, του λέει πως θα στεκόταν δύσκολο στο στρατό να επιτεθεί. Μα ο Καραβιάς δεν άκουγε τίποτα. Σπιρουνίζει τ’ άλογό του και χύνεται μπροστά να ξεπατώσει τους Τούρκους που κράταγαν το μοναστήρι Σερμπανίστι ίσαμε τρία τέταρτα δρόμο από το Δραγασάνι. Σαν έφτασε μπροστά από το μοναστήρι, «ἀλαλάζων, ἐξυβρίζων καὶ ἐπαπειλῶν» προσκαλεί τους Τούρκους να βγουν, αν είναι παλικάρια, να πολεμήσουν. Μα να, σε λίγο φτάνουν οι εχθροί από τ’ άλλα μοναστήρια και ρίχνονται πάνω του, σκοτώνοντας ίσαμε εκατόν σαράντα δικούς του. Ο Νικόλαος Υψηλάντης, βλέποντας το τι κακό πήγαινε να πάθει ο Καραβιάς, συνάζει τον Ιερό Λόχο και κινιέται προς το Δραγασάνι. Άρχισε να ψιχαλίζει. Σε λίγο η βροχή δυνάμωσε. Οι ιερολοχίτες «ἐβάδιζον μολοντοῦτο μὲ βῆμα ταχὺ σχηματισμένοι εἰς δύο πτέρυγας» Βλέποντας ο Καραβιάς τον Ιερό Λόχο να φτάνει, αδράχνει την ευκαιρία να γλιτώσει, σπιρουνίζει αντίστροφα τ’ άλογό του και τρέχει να σωθεί στα βουνά. Τώρα τρακόσιοι ιερολοχίτες με δύο κανόνια κι άλλοι διακόσιοι καβαλάρηδες βρέθηκαν μόνοι ν’ αντιβγούν στο τούρκικο ασκέρι. Βλέποντας ο Καρά Φεήζ πως από πουθενά δεν ερχόταν βοήθεια στους γκιαούρηδες, ρίχνεται πάνω τους μ’ όλη του την καβαλαρία. Οι ιερολοχίτες αντικόβουν την πρώτη ορμή των Τούρκων. Μα σε λίγο τους περιτριγυρίζουν ολούθε οι εχθροί. Οι πιότεροι, νέα παιδιά που ποτέ ως τότε δεν κράτησαν άρματα στα χέρια, καταλαβαίνουν πως είναι χαμένοι. Μα μέσα τους ψηλώνει το Μέγα χρέος· σκοτώνονται μα δεν πισωδρομούν. Η ύστατη ελπίδα τους είναι τα δυο κανόνια που σύρανε μαζί τους. Ανοίγουν τις κάσες με τις «πυριτοθήκες» και τι να δουν; Λιγοστές μπάλες, 10 ως 20 οκάδες μπαρούτι όλο κι όλο κι αντί φιτίλια άχυρα. Τέλος τα γεμίζουν και τους δίνουν φωτιά με τις ίσκες τους που άναβαν τσιγάρο ή αδειάζοντας στην τρύπα με το μπαρούτι τις πιστόλες τους. Ο Ιερός Λόχος έμοιαζε μ’ αδύναμο φράχτη που μάταια γυρεύει να σταματήσει τα ξεχειλισμένα νερά ποταμού. Ο Καρά Φεήζ ξαναρίχνει την καβαλαρία του σε καινούργιο γιουρούσι. Λυγάνε οι ιερολοχίτες και τους κόβουν στα δυο οι εχθροί. Σκοτώνονται ο ένας έπειτα από τον άλλον όλοι οι εκατόνταρχοί τους. Κι ο Δρακούλης κι ο Σούτσος κι ο Κρόκιας κι ο Ιωαννίτης. Σε λίγο σωριάζεται κι ο σημαιοφόρος τους Ξενοφών. Και μαζί μ’ αυτόν πέφτει κι ο Ελβετός εθελοντής Βερντιέ, που ξεχώρισε για την αντρειά του. Άλλους απ’ όσοι απόμειναν τους σφάζουν οι Τούρκοι εκεί στον τόπο κι άλλους τους κυνηγάνε ίσαμε μια ξερή ρεματιά. Δεν ήταν πια πιότεροι από εκατόν είκοσι. Πάνω από το ρέμα βρέθηκε ο καπετάν Χόρκας με πενήντα Παντούρους, που πρώτος αντιβγήκε στους εχθρούς κόβοντας την ορμή τους. Σε λίγο φτάνει κι ο Ολύμπιος μαζί με τον Σέρβο αρχιμανδρίτη, ρίχνονται στους Τούρκους, τους πισωγυρίζουν και δίνουν έτσι τον καιρό στ’ απομεινάρια του Ιερού Λόχου να σωθούν. Έπεφτε πια το σούρουπο και οι Τούρκοι ξαναγύρισαν στα πόστα τους, απορώντας και οι ίδιοι για την ακαρτέρευτη τούτη νίκη τους. Σέρνανε μαζί τους και τριάντα εφτά ιερολοχίτες που ζώγρησαν. Τους στείλανε δεμένους με σίδερα στο Βουκουρέστι, από εκεί στη Σιλίστρια κι απ’ αυτή στην Πόλη. Κι εκεί, αφού τράβηξαν τα νέα αυτά παιδιά ανείπωτα μαρτύρια κι εξευτελισμούς, τους κόψαν τα κεφάλια. «Οὕτως ἀπωλέσθη ἐν ὀλίγῃ ὥρᾳ μία τῶν γλυκυτέρων ἐλπίδων τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἱερὸς λόχος». ( Οι πληροφορίες από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη - Η Επανάσταση του 1821) 24#

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences