Ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ Δεν έμενε μόνος του ο _qhnr_Λάμπης ο Τρελός_qhnr_, είχε και συγκάτοικο, τον Ζαχαρία τον Φιλόσοφο. Το αλλοπρόσαλλο ντουέτο μιας άλλης πραγματικότητας, κατοικούσε σε μια καλύβα στην άκρη του...
25#
Πλήρες Κείμενο:
Ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ Δεν έμενε μόνος του ο _qhnr_Λάμπης ο Τρελός_qhnr_, είχε και συγκάτοικο, τον Ζαχαρία τον Φιλόσοφο. Το αλλοπρόσαλλο ντουέτο μιας άλλης πραγματικότητας, κατοικούσε σε μια καλύβα στην άκρη του χωριού. Ήταν ξαδέρφια και δεν είχαν κανέναν άλλον στον κόσμο, μόνο ο ένας τον άλλον και ζούσαν σαν ερημίτες. Ο ψηλόλιγνος άντρας με τα ξεθωριασμένα πράσινα μάτια, περπατούσε ρακένδυτος, κρατώντας μια ξύλινη κατσούνα. Ήταν ατσούμπαλος, παραμελημένος, πάντα με το ίδιο βαρύ αμπέχωνο, με τα πυκνά σγουρά του μαλλιά μπλεγμένα και με γένια που θύμιζαν ξεραμένο θάμνο. Κάποιοι τον αποκαλούσαν «άνθρωπο του σατανά» για τις ανορθόδοξες ιδέες του, γιατί στηλίτευε τα κακώς κείμενα, γιατί δεν είχε πατήσει ποτέ στην εκκλησία, δεν άναβε κεριά, δεν έκανε σταυρούς. Οι θεωρίες του συνδύαζαν τη μελαγχολία της ύπαρξης με την κατανάλωση κρασιού, χωρίς όμως να ενοχλεί κανέναν. Ο Ζαχαρίας εμφανιζόταν συχνά στη λόντζα και καθόταν στην άκρη σε ένα μικρό τραπεζάκι. Η μόνη του παρέα ήταν οι εσωτερικοί του μονόλογοι. Έπινε και φιλοσοφούσε. Ο Γιώρης τού έφερνε ένα κατρούτσο κρασί και το ακουμπούσε μπροστά του. Ήθελε να πίνει όχι με ποτήρι, αλλά κατευθείαν από το κατρούτσο. Του έβαζαν και φαγητό, το οποίο όμως κοιτούσε χωρίς όρεξη, και το είχε για ώρες πάνω στο τραπέζι τσιμπολογώντας σαν το σπουργίτι, αργά, πάντα με εκείνη την αίσθηση της υπέρμετρης αποστασιοποίησης. Όταν δεν μονολογούσε για την υποκρισία του κόσμου και τα δεινά που θα έρθουν, το βλέμμα του περιπλανιόταν στον χώρο, κοιτάζοντας τους άλλους με μια υποτιμητική, σχεδόν λυπημένη έκφραση, κουνώντας το κεφάλι του σαν να τους έβλεπε όλους καταδικασμένους. — Βλέπεις, Γιώρη; έλεγε στον σερβιτόρο με μια ήρεμη φωνή και με σιγουριά, σαν να έβλεπε το μέλλον του κόσμου σε μια τεράστια αυλαία που ανέβαινε και αποκάλυπτε. Βλέπεις; Ο κόσμος ξεχνάει... Ξεχνάει πως το μόνο που αξίζει στη ζωή είναι να ‘ναι κανείς δίκαιος. Οι εκκλησιές γεμίζουν με υποκριτές, που το πρωί γονατίζουν και το βράδυ χώνουνε το μαχαίρι στην πλάτη του αδερφού τους. Δεν έχουνε τίποτες μέσα τους, παρά μοναχά φόβο και ψευτιά. — Έλα, Ζαχαρία, πιες εσύ κι άσε τους άλλους να αμαρτάνουν. Συχνά έκανε και προφητείες με ματιά απόκοσμη: — Ο κόσμος ετοιμάζεται για μεγάλα δεινά. Θα ’ρθούνε πολέμοι, θα ’ρθούνε πείνες και μετά θα τους εξουσιάζει όλους μόνο ένας… Και θα τους πάρει τους σπόρους να τους εξαφανίσει... Και θα τους δίνει ό,τι φαγιά θέλει αυτός. Ψεύτικα φαγιά. Να σέρνουνται με το δικό του λάδι και να πιστεύουν ότι χορταίνουνε! — Άιντε, άιντε! Πολύ ήπιες πάλι σήμερα, Ζαχαρία! — Είναι αργά, Γιώρη... Η καταιγίδα έρχεται! έλεγε ο Ζαχαρίας με γουρλωμένα τα μάτια σαν έβλεπε όραμα. Και δεν υπάρχει τρόπος να τηνε σταματήσουμε! Οι άλλοι στη λόντζα απλά συνέχιζαν να τρώνε και να πίνουν, χωρίς να του δίνουν σημασία. Ο Ζαχαρίας όμως ήταν εκεί, κάθε μέρα, να επαναλαμβάνει τις ίδιες κουβέντες σηκώνοντας το χέρι του στον αέρα, κάνοντας κήρυγμα σε ένα ακροατήριο που ουσιαστικά δεν υπήρχε. Κήρυττε με την αυστηρότητα του ανθρώπου που νιώθει πως η κοινωνία έχει πάρει την κατηφόρα. Ο ίδιος μπορεί να ήταν άθεος, αλλά είχε έντονη την αίσθηση του δικαίου. — Τι θα γίνει, πια, με αυτόν τον κόσμο, Ρήγα; Όλοι κοιτάνε το συφέρον τους! Παίρνουν το ψωμί της εκκλησίας αλλά λαχταράνε το χαβιάρι του σατανά! Μιλάνε και ακούνε μοναχά τα λόγια τους. Πρέπει όμως ν’ ακούνε και τα κενά ανάμεσα απ’ τα λόγια τους! Οι χωρικοί αντάλλασσαν βλέμματα γελώντας όταν ο Ζαχαρίας άρχιζε τις παράξενες φιλοσοφίες του. Ο Ρήγας όμως τον αντιμετώπιζε με σοβαρότητα. — Και τι να κάνουμε, Ζαχαρία; Αν περιμένουμε να βρούμε όλες τις απαντήσεις μέσα στα κενά, θα γεράσουμε χωρίς να μάθουμε τίποτα. Ο Ζαχαρίας τον κοίταξε με βλέμμα έντονο, σαν να του αποκάλυπτε ένα μυστικό: — Γι’ αυτό πρέπει να ζούμε μέσα στα κενά, Ρήγα. Το κενό είναι το σπίτι του κόσμου. Τον προηγούμενο μήνα οι χωρικοί αποφάσισαν να κάνουν λιτανεία και περιφορά της εικόνας της Παναγίας, γιατί το φθινόπωρο δεν κατέβασε πολλά νερά και η ανομβρία σε κάποια μέρη ήταν έντονη. Όλοι σχεδόν συμμετείχαν, εκτός από τον Ζαχαρία. Λιτανείες έκανε πάντα το χωριό με θρησκευτική ευλάβεια, όταν η αναβροχιά έπληττε τα χωράφια τους. Η εικόνα της Παναγίας έκανε τον γύρο του χωριού, περιφερόμενη με προσευχές και ύμνους για να ζητήσουν τη βροχή. Κι ενώ οι υπόλοιποι μετέφεραν την εικόνα, ο Ζαχαρίας στεκόταν στην πλατεία με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό. «Υποκριτές», μουρμούριζε ακούγοντας τις προσευχές γύρω του, «κάνετε λιτανείες για να βρέξει κι από την άλλη αμαρτάνετε... Τι σχέση έχει αυτό με τον Θεό, αν δεν σκαμπάζετε τίποτα για την πραγματική ουσία του κόσμου; Με το ένα χέρι προσευχόσαστε και με το άλλο κάνετε παλιανθρωπιές κι ύστερα περιμένετε από τη λιτανεία να σας σώσει.» Οι καμπάνες χτυπούσαν και ο αέρας γέμισε με θυμιάματα. Ο Ζαχαρίας, όμως, παρακολουθούσε ατάραχος, σαν να μην τον αφορούσε τίποτα από αυτά. Εκείνος είχε τη δική του αλήθεια, και τα λόγια του φαίνονταν πιο αληθινά από τις τελετές και τα έθιμα γύρω του. Και μπορεί να ζούσε με τον ξάδελφό του τον Λάμπη στο ταπεινό καλυβένιο σπιτάκι, όμως συχνά κατέφευγε σε μια σπηλιά εκεί κοντά φημισμένη για τα ανεξερεύνητα μυστικά της. Ο Ζαχαρίας την γνώριζε καλύτερα απ' τον καθένα: Ήξερε τις μυστικές της διαδρομές, τα κρυφά περάσματα και τους θρύλους που την περιέβαλλαν. Κάποιοι έλεγαν πως ήταν γεμάτη αρχαία σύμβολα, άλλοι πίστευαν ότι κρυβόταν εκεί κάτι μεγαλύτερο και πιο μυστηριώδες, που κανείς όμως δεν είχε τολμήσει να ψάξει. Όταν ήταν παιδί και ο πατέρας του τον χτυπούσε, αυτή η σπηλιά ήταν η μόνη του σωτηρία. Στην ερημιά της κρυβόταν και περνούσε εκεί μέρες ολόκληρες, χωρίς να τον αναζητήσει κανείς. Έβρισκε την ησυχία του και την αίσθηση ότι μπορούσε επιτέλους να αναπνεύσει, μακριά από τις φωνές και τα χτυπήματα. Εκεί μέσα ένιωθε πως ήταν κάποιος άλλος, ένας άνθρωπος ελεύθερος από τη βία και την αδικία του κόσμου. Και όταν μεγάλωσε, πάλι η σπηλιά γινόταν το καταφύγιό του, ο χώρος όπου μπορούσε να κρυφτεί από τον κόσμο. Μάλιστα τον είχαν ακούσει να λέει συχνά πως η σπηλιά θα τον έπαιρνε σε έναν άλλον κόσμο. Το έλεγε με τόση σιγουριά: «Θα φύγω από ‘δω, η σπηλιά θα με πάρει και θα με πάει αλλού. Εδώ είμαι ξένος». Και όντως, μια μέρα, ο Ζαχαρίας εξαφανίστηκε. Τον αναζήτησαν μέσα και έξω από τη σπηλιά, φωνάζοντας το όνομά του, αλλά δεν τον βρήκαν πουθενά. Όλοι ήξεραν ότι το πιο πιθανό ήταν να είχε χωθεί σε κάποια από τις κρυφές γωνιές της, εκεί που μόνο αυτός γνώριζε. Σε κάποιο σκοτεινό πέρασμα θα είχε τρυπώσει και ξαπλωμένος θα άφησε την τελευταία του πνοή, μόνος, εκεί όπου είχε επιλέξει. Πράγματι, η σορός του βρέθηκε μετά από λίγες μέρες σε ένα πέτρινο λαγούμι στο βάθος της σπηλιάς. Το χωριό λυπήθηκε. Του έκαναν μνημόσυνο με μοιρολόγια και τραγούδια: «Νεραντζούλα φουντωμένη…» το οποίο συχνά σιγοτραγουδούσε ο ίδιος όταν δεν φιλοσοφούσε. Εκείνο το βράδυ η Ρωξάνδρα πήγε και κούρνιασε στο μικρό ακριανό τραπεζάκι που καθόταν ο Ζαχαρίας και κοίταζε έξω από το παράθυρο σαν υπνωτισμένη, σαν να διάβαζε ένα αόρατο χειρόγραφο. Ο Ρήγας την πλησίασε αθόρυβα και άφησε το χέρι του στον ώμο της. — Πήγαινε να ξεκουραστείς, είπε χαμηλόφωνα. Ο κόσμος δεν έχει ποτέ αρκετό χώρο για ανθρώπους σαν κι αυτόν… ΛΟΚΑΝΤΑ, Επεισ. 147 24#
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη δημοτικότητά τους